Protesilaos Stavrou
Philosopher. Polymath.

Παρουσίαση για την αυτοδιάθεση της Κύπρου

Οι Κύπριοι μπορούν να ασκήσουν την αυτοδιάθεση τους

Γεια σας, ονομάζομαι Πρωτεσίλαος Σταύρου. Σε αυτή τη παρουσίαση θα μιλήσω για την αυτοδιάθεση της Κύπρου. Η ανάλυση θα καλύψει αρχικά το θεωρητικό σκέλος του θέματος: τι είναι η αυτοδιάθεση, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της, πως μπορεί να κατανοηθεί η κυριαρχία. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στις περιπτώσεις που οι Κύπριοι έχουν ασκήσει την αυτοδιάθεση τους, όπου θα εξετάσω, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης ως συνέπεια των γεγονότων του 1963 καθώς και την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα καταλήξω με σχόλια και συμπεράσματα που αφορούν τις αντιφάσεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, την εμπράγματη αναίρεση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας, και γενικότερα τους πολιτικούς προσανατολισμούς του σήμερα.

Η παρουσίαση αυτή είναι η τρίτη στη σειρά. Το πρώτο επεισόδιο είναι για το δίκαιο της μονομερούς απόσχισης, με πρακτική εφαρμογή στην αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τις δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δεύτερο αφορά τους συντελεστές της κρατικότητας, όπου εξετάζω τις συνθήκες που αποδίδουν χαρακτήρα κράτους στο Τουρκοκρατούμενο τμήμα της Κύπρου. Σας συνιστώ να μελετήσετε τις προηγούμενες παρουσιάσεις προτού παρακολουθήσετε την παρούσα. Ορισμένα θέματα τα οποία έχω ήδη αναπτύξει δεν θα τα θίξω ξανά. Θεωρώ πως γνωρίζετε το σκεπτικό μου και την επιχειρηματολογία μου.

Στο θέμα μας λοιπόν: η αυτοδιάθεση της Κύπρου. Τι είναι η «αυτοδιάθεση»; Υπάρχουν δύο πτυχές, η δεοντολογική και η πρακτική.

  • Από άποψη δεοντολογίας, η αυτοδιάθεση μπορεί να κατανοηθεί ως το δικαίωμα ενός έθνους να καθορίζει τη μοίρα του και να θεσμίζει τη ζωή του εντός του χώρου που ελέγχει. Είναι δηλαδή ο σεβασμός που πρέπει να δείχνει η διεθνής κοινότητα στις επιλογές ενός πολιτισμικώς προσδιορισμένου λαού στην προσπάθεια του για αυτοπροσδιορισμό.
  • Από πρακτικής πλευράς, η αυτοδιάθεση αφορά την πραγμάτωση της κυρίαρχης βούλησης ενός έθνους. Αυτό συνεπάγετε την ύπαρξη κράτους που ελέγχει όλους εκείνους τους συντελεστές που είναι απαραίτητοι για την αυτόβουλη διακυβέρνηση και εφαρμογή της εθνικής θέλησης. Δηλαδή κράτος που έχει τα μέσα να επιβάλλει ύπατη πολιτική βούληση, τόσο ως προς το εσωτερικό του, αλλά και σε σχέση με άλλα κράτη.

Η διττή αυτή έκφραση της αυτοδιάθεσης συνεπάγετε την εξειδίκευση της έννοιας της κυριαρχίας σε δύο είδη. Το πρώτο είναι η ονομαστική κυριαρχία. Το δεύτερο η υπαρκτή κυριαρχία:

  1. Η ονομαστική κυριαρχία αφορά τους τύπους και πηγάζει από το διεθνές δίκαιο. Πρόκειται δηλαδή για τις τρεις αρχές του Βεστφαλιανού κράτους, την ανεξαρτησία, την ισότητα, και την εδαφικότητα, ως και κάθε δικαίωμα που σχετίζεται με αυτά. Η ονομαστική κυριαρχία, ή αλλιώς το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της νομιμότητας. Ωστόσο, όπως ανέλυσα στο προηγούμενο επεισόδιο για τους συντελεστές της κρατικότητας, η διεθνής αναγνώριση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης δεν είναι ούτε προαπαιτούμενο αλλά ούτε και εγγύηση για την σύσταση ή την συνεχιζόμενη ύπαρξη κράτους.
  2. Που αυτό μας φέρνει στο θέμα της υπαρκτής κυριαρχίας. Αυτή είναι η εμπράγματη εφαρμογή—ή η δυνητικότητα εφαρμογής—ύπατης πολιτικής βούλησης. Δεν στέκεται στους τύπους, αλλά παίρνει τα πράγματα ως έχουν. Δηλαδή στο αν ένας φορέας πολιτικής βούλησης μπορεί όντως να επιβάλλει τη θέληση του. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την κυριαρχία που ισχύει ασχέτως των προνοιών της σχετικής έννομης τάξης.

Η υπαρκτή κυριαρχία είναι το αποτέλεσμα της συνλειτουργίας ορισμένων συντελεστών που επιτρέπουν την άσκηση ύπατης πολιτικής βούλησης υπό τις περιστάσεις. Οι συντελεστές αυτοί δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ίδιοι σε κάθε περίπτωση. Απλά να αναφέρω μερικούς για να μπούμε στο σκεπτικό, σημειώνοντας πως κάθε κατάσταση πρέπει να εξετάζεται στην σύσταση της, στα συγκεκριμένα της, και πως η μέθοδος μας βλέπει πάντα τα πράγματα φασματικά, ως διαβαθμίσεις δηλαδή, κι όχι δυαδικά.

Βασικοί συντελεστές της υπαρκτής κυριαρχίας είναι οι ακόλουθοι:

  • Ικανή στρατιωτική παρουσία, διότι μεταξύ άλλων υποστηρίζει και ενισχύει την διπλωματία, ενώ εγγυάται την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια.
  • Σταθερή οικονομία, καθώς η σταθερότητα επιτρέπει τη χάραξη μακροπρόθεσμων σχεδίων, ενώ ενισχύει την εμπιστοσύνη του έθνους στην λειτουργία των θεσμών.
  • Έλλειψη εσωτερικών τριβών, ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη και το έθνος να διατηρεί την ομοιογένεια που του επιτρέπει, μεταξύ άλλων, την κοινή αντιπροσώπευση προς το εξωτερικό.
  • Υψηλή παιδεία, καινοτομία, και έρευνα, που ωφελούν την κοινωνία με πολλούς τρόπους, σε επίπεδο συμπεριφορών, στην οικονομία, τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, και τα σχετικά, αλλά που επίσης διατηρούν το έθνος ανταγωνιστικό σε σχέση με τρίτους.
  • Ύπαρξη συμμαχιών ή αμοιβαία ευνοϊκών σχέσεων, επειδή μπορούν να δώσουν περισσότερες επιλογές, να καταστήσουν δυνατές πολιτικές που δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης.

Αυτοί είναι ορισμένοι από τους ξεκάθαρους συντελεστές υπαρκτής κυριαρχίας. Πολλοί άλλοι μπορούν να φανερωθούν μέσα από τα συγκεκριμένα της κάθε περίπτωσης.

Είπαμε λοιπόν πως οι διεθνείς κανόνες πλαισιώνουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών αλλά ποτέ δεν αρκούν για την πραγμάτωση των θεμελιακών δικαίων των λαών. Χωρίς την υπαρκτή κυριαρχία, η αυτοδιάθεση είναι απλά ένας ανεκπλήρωτος πόθος. Το διεθνές δίκαιο ή ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, δεν μπορούν από μόνα τους να εγγυηθούν την αυτοδιάθεση των πολιτισμικώς προσδιορισμένων λαών. Οι νόμοι θεμελιώνουν ένα πλαίσιο κοινά αποδεκτών συμπεριφορών, που στη καλύτερη περίπτωση αποτρέπει τις ασυμμετρίες και τις καταχρηστικές ροπές διαφόρων δυνάμεων στη διεθνή πολιτική. Αυτό άλλωστε ήταν και το σκεπτικό της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648 που έδωσε τέλος στον τριακονταετή πόλεμο και έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης διεθνούς νομιμότητας και πρακτικής.

Κατά συνέπεια, όταν αναφερόμαστε στην αυτοδιάθεση δεν μένουμε στο επίπεδο των δικαιωμάτων. Δεν ταυτίζουμε την αυτοδιάθεση με την πιο εξειδικευμένη έννοια του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης. Αλλά παίρνουμε τον ευρύτερο όρο που καλύπτει και την άσκηση του δικαιώματος μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι. Μιλούμε δηλαδή για την διακυβέρνηση εκείνη που εφαρμόζει ύπατη πολιτική βούληση.

Ας περάσουμε τώρα στο πρακτικό μέρος της παρουσίασης.

Το σύνταγμα και η αυτοδιάθεση των Κυπρίων

Στην Κύπρο επικρατεί η άποψη πως είτε μας αρνήθηκαν την αυτοδιάθεση εξ αρχής, είτε μας την στερεί η Τουρκική κατοχή. Σκοπός μου εδώ είναι να σας εξηγήσω γιατί αυτές οι απόψεις είναι λανθασμένες: αγνοούν τα γεγονότα.

Είναι αλήθεια πως το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι προϊόν διεθνών συμφωνιών, αυτών της Ζυρίχης-Λονδίνου. Έτσι δίνεται η εντύπωση πως το δοτό αυτό σύνταγμα δεν γίνεται να αλλάξει. Αυτή ενισχύεται και από πολλές πρόνοιες του Συντάγματος που απαγορεύουν τροπολογίες σε σειρά άρθρων ή, τέλος πάντων, φαίνεται να καταστούν παράνομους συγκεκριμένους πολιτικούς προσανατολισμούς όπως την οικονομική ή πολιτική ένωση με άλλα κράτη.

Η Κύπρος ήταν δέσμια των αποφάσεων που ελήφθησαν στην Ζυρίχη και επικυρώθηκαν στο Λονδίνο. Αυτή ήταν η γενική προσέγγιση. Οι κρατούντες κινήθηκαν με το σκεπτικό πως το σύνταγμα είναι εξωγενές και άρα απρόσιτο. Το 1960 η άποψη αυτή φάνταζε πιστευτή ή ήταν τέλος πάντων μια καλή δικαιολογία για τους πολιτικούς στόχους των τότε κυβερνόντων την Κύπρο. Άλλωστε δεν υπήρχε το κατάλληλο θεωρητικό πλαίσιο για να αναπτυχθεί κάποια διαφορετική προσέγγιση.

Αυτό άλλαξε ως ένα βαθμό με τα γεγονότα του 1963, που οδήγησαν στην αποχώρηση της Τουρκικής κοινότητας από τις δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κι αυτό διότι αποδείχτηκε στη πράξη πως το κράτος δεν κατέρρευσε, απλά και μόνο γιατί το Σύνταγμα του κατέστη ανεφάρμοστο στην ολότητα του και αντίθετο με την πραγματικότητα. Όλες οι σχετικές αναφορές στις ποσοστώσεις μεταξύ των κοινοτήτων, στον τρόπο οργάνωσης των εξουσιών του κράτους με την αναγκαστική συμμετοχή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, είτε στη βουλή, είτε στη κυβέρνηση και τα δικαστήρια, δεν μπορούσαν ποτέ να εκπληρωθούν. Προέκυψε συνταγματική κρίση.

Κι εκεί εισάγεται το Δίκαιο της Ανάγκης που έδωσε λύση στο πρόβλημα, επιτρέποντας την ομαλή συνέχιση της λειτουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται για σημείο σταθμό, διότι ανάγκασε τους Κύπριους να αναιρέσουν τις θεωρίες που επικρατούσαν το 1960 περί της υποτιθέμενης αδυναμίας τους να τροποποιήσουν το Σύνταγμα τους.

Το Δίκαιο της Ανάγκης είναι η πρώτη φορά, αλλά όχι η τελευταία, όπου οι Κύπριοι, πλέον παρουσιαζόμενοι μόνο ως Ελληνοκύπριοι, άσκησαν την αυτοδιάθεση τους. Προσάρμοσαν τον βασικό τους νόμου στις ανάγκες και πραγματικότητες του βίου τους. Αυτή είναι κορυφαία στιγμή στην ιστορία της Κύπρου, όσον αφορά τα θέματα της κυριαρχίας. Αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία πως η κυρίαρχη βούληση του λαού προηγείται του συντάγματος του, καθώς επίσης δόθηκε τέλος στις πλάνες πως η αλλαγή του συντάγματος συνεπάγετο αναγκαστική κατάλυση του κράτους. Το τελευταίο ήταν ο σκοπός της Τουρκίας και είναι η θέση που διατηρεί μέχρι σήμερα με την μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ήταν επίσης το στρατήγημα της Τουρκικής κοινότητας που αποχώρησε από τη Δημοκρατία αποσκοπώντας στην ένρηξη του κράτους. Στην διάλυση του δηλαδή.

Λογαριάσανε λάθος, ενώ όσοι συνεχίζουν να πιστεύουν τέτοια πράγματα πολύ απλά δεν κατανοούν τη σημασία των γεγονότων ή είναι υστερόβουλοι. Η Κυπριακή Δημοκρατία παρέμεινε όρθια και οι Κύπριοι άλλαξαν το σύνταγμα τους, έστω κι αν η πολιτική απόφαση της εποχής ήταν οι αλλαγές αυτές να είναι μικρής κλίμακας.

Με λίγα λόγια, τρία χρόνια μετά την επιβολή του Ζυριχικού Συντάγματος και παρά τα δεινά του ‘63, τα ίδια τα γεγονότα οδήγησαν στην διαπίστωση πως οι Κύπριοι δεν ήταν ποτέ στο έλεος τρίτων και πως δεν είχαν αλλοτριωθεί ως προς το πρωτογενές τους δίκαιο. Δεν ήταν ετερόνομοι όπως διατείνονταν ορισμένοι. Κι αυτό διότι τελικά αξιοποίησαν ένα συντελεστή υπαρκτής κυριαρχίας υπό τις περιστάσεις, που ήταν η συσπείρωση τους απέναντι στους σχεδιασμούς του Τουρκικού επεκτατισμού σε συνδυασμό με τον έλεγχο των δομών της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς επίσης και η ομογνωμία τους που επέτρεψε την τολμηρή στροφή προς την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης.

Αυτή η άσκηση της κυριαρχίας είναι ο λόγος που ακόμα υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Η αυτοδιάθεση όμως δεν εκφράστηκε άπαξ στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 και μόνο ως μέτρο έκτακτης ανάγκης. Κι αυτό διότι έχουμε ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μάλιστα είμαστε μέλος αυτού που θεωρείται ο σκληρός πυρήνας της, που είναι η ζώνη του ευρώ, ως το τελικό στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Αυτοδιάθεση και ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. πρέπει να κατανοηθεί ως πολιτική και οικονομική ένωση της Κύπρου με μία άλλη οντότητα, κάτι που οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ήθελαν να αποτρέψουν. Η συμμετοχή στους κοινούς θεσμούς της Ευρώπης συνεπάγετε την αναδιανομή της κυριαρχίας με βάση τις συνταγματικές αρχές που τίθενται και εξειδικεύονται στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι τις αρχές της δοτής αρμοδιότητας, της επικουρικότητας, και της αναλογικότητας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ομοσπονδιακό σύστημα που χαρακτηρίζεται από τον κάθετο διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων. Δηλαδή η κυριαρχία σε δέσμες πολιτικών θεμάτων καθορίζεται εκ των προτέρων με βάση το πρωτογενές δίκαιο. Στην Ευρώπη οι εξουσίες χωρίζονται σε τρεις τύπους: (1) αυτές που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των Ευρωπαϊκών θεσμών, (2) αυτές που είναι κοινή αρμοδιότητα τόσο των κυβερνήσεων όσο και του Ευρωπαϊκού επιπέδου, και (3) αυτές όπου η Ευρώπη έχει μόνο βοηθητικό ρόλο σε επιλογές που αφορούν τις κυβερνήσεις.

Σαν παράδειγμα αποκλειστικής αρμοδιότητας, να αναφέρω την νομισματική πολιτική για την ζώνη του ευρώ. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο τον έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κανένα κράτος δεν μπορεί να διατηρεί τη δική του νομισματική πολιτική ενώ παραμένει στο ευρώ. Με άλλα λόγια, η υπαρκτή κυριαρχία για το θέμα αυτό έχει μεταφερθεί προς το Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το ίδιο ισχύει σε σειρά πολιτικών όπως τις διεθνής εμπορικές συμφωνίες, τη ρύθμιση της ενιαίας αγοράς, τα θεμελιακά δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών. Για ακόμα ένα παράδειγμα, ίσως να έχετε προσέξει πως πολλές ιστοσελίδες έχουν νέες πρόνοιες για τη προστασία των προσωπικών δεδομένων και οφείλουν να σας ενημερώσουν για αυτές. Αυτό είναι για να συμμορφώνονται με την Γενική Οδηγία για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων, την γνωστή στα αγγλικά ως General Data Protection Regulation—GDPR, που μπήκε σε εφαρμογή τον Μάιο του ‘18. Και αυτή είναι άλλη μια περίπτωση όπου τα κράτη δεν μπορούν να περάσουν τους δικούς νόμους αν έρχονται σε σύγκρουση με αυτή την Οδηγία.

Για τα ζητήματα κοινής αρμοδιότητας, έχουμε σαν χαρακτηριστική περίπτωση την οικονομική διακυβέρνηση, που ξεκινά με το λεγόμενο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Ίσως να έχετε ακούσει στις ειδήσεις πως κάθε χρόνο ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης πρέπει να πάρει και την έγκριση της Κομισιόν, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δηλαδή. Αυτό είναι υποχρέωση που προκύπτει από την κοινή αρμοδιότητα που έχουν το Ευρωπαϊκό και το κρατικό επίπεδο σε θέματα δημοσιονομικής πολιτικής και μακροοικονομικού σχεδιασμού. Η οικονομική διακυβέρνηση διεξάγεται μεταξύ των κρατών μελών και των Ευρωπαϊκών θεσμών και στοχεύει στην εναρμόνιση των εθνικών πολιτικών με κοινούς, πανευρωπαϊκούς στόχους. Υπάρχουν και πολλές άλλες πολιτικές που μπαίνουν σε αυτή τη κατηγορία, αλλά να αναφερθώ απλά σε κάτι καινούργιο στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης που είναι οι Μόνιμες Διαρθρωμένες Συνεργασίες. Αυτές αφορούν θέματα άμυνας και ασφάλειας. Μπορούν να θεωρηθούν παρόμοιες με την οικονομική διακυβέρνηση με την έννοια πως κι εδώ τα κράτη που συμμετέχουν πρέπει να χαράσσουν κοινή πολιτική. Πάλι βλέπουμε πως η υπαρκτή κυριαρχία δεν μένει στο κρατικό επίπεδο.

Και η τρίτη κατηγορία είναι αυτή όπου οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν συμβουλευτικό ή βοηθητικό ρόλο. Για παράδειγμα να αναφέρω το θέμα της παιδείας. Η πρωτοβουλία δίνεται στις κυβερνήσεις αλλά και πάλι υπάρχει ένα ευρύτερο πλαίσιο αρχών και πολιτικών που επηρεάζει τις πιθανές επιλογές. Διότι αν, ας πούμε, η παιδεία έχει προεκτάσεις σε θέματα βασικών ελευθεριών, όπως την ελευθερία της πεποίθησης, τότε μπαίνει ο Ευρωπαϊκός παράγοντας στη μέση.

Η ουσία είναι πως η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αλλάξει τον τρόπο που ρυθμίζεται η ζωή στο νησί. Πολλές αποφάσεις, πολλοί νόμοι, πρόνοιες, ρυθμίσεις ξεκινούν όχι από το υπουργικό συμβούλιο, αλλά τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς, το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Κι εδώ αξίζει να αναφέρουμε κάποιες από τις πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για να καταλάβουμε την πραγματική σημασία της συμμετοχής της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Να αρχίσουμε με το Άρθρο 1Α. Πρόκειται για τροπολογία του Συντάγματος που έγινε με τον γνωστό ως «ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006». Να το διαβάσω και μετά να σας το εξηγήσω:

Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.

Τι σημαίνει όλο αυτό το κατεβατό; Πως η Κύπρος αναγνωρίζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ως ανώτερο του Κυπριακού. Δηλαδή πως ένεκα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Κύπρος μπορεί να επηρεάσει από μόνη της μόνο τα θέματα εκείνα που δεν καθορίζονται από το Ευρωπαϊκό επίπεδο. Με άλλα λόγια, λέει το Άρθρο 1Α πως αν αφήσουμε στην άκρη τον τεράστιο όγκο αποφάσεων και επιλογών της Ευρώπης, τότε το σύνταγμα παραμένει ο ανώτερος νόμος. Αλλιώς ανώτεροι νόμοι είναι αυτοί της Ευρώπης.

Αυτό διατυπώνεται και στο Άρθρο 179(1), που λέει:

Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.

Τώρα ας δούμε κάποιες αντιφάσεις του Συντάγματος που έχουν σχέση με την άσκηση της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων. Το Άρθρο 185 προβλέπει τα εξής:

  1. Το έδαφος της Δημοκρατίας είναι ενιαίον και αδιαίρετον.

  2. Η καθολική ή μερική ένωσις της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους ή η χωριστική ανεξαρτησία αποκλείονται.

Ενώ το Άρθρο 1 της Συνθήκης Εγγυήσεως λέει:

Η Δημοκρατία της Κύπρου αναλαμβάνει την υποχρέωσιν όπως μη συμμετέχη, καθολικώς ή μερικώς, εις πολιτική ή οικονομική τινα ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε κράτους. Κατά συνέπειαν κηρύσσει απηγορευμένην πάσαν δράσιν δυναμένην, αμέσως ή εμμέσως, να προωθήση είτε την ένωσιν μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους είτε τον διαμελισμόν της νήσου.

Εδώ βλέπουμε πως αυτά δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Όπως μετά το 1963 δεν είχαν πρακτική εφαρμογή όλες εκείνες οι πρόνοιες περί της ποσοστωτικής συμμετοχής των δύο κοινοτήτων στις δομές του κράτους. Και ας αγνοήσουμε για την ώρα την Τουρκική κατοχή που έχει επιβάλει την διχοτόμηση, έχει ακυρώσει τη Συνθήκη Συμμαχίας, έχει καταχραστεί και τελικά παραβιάσει τις αρχές της Συνθήκης Εγγυήσεως, και έχει διασαλεύσει την συνταγματική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ας μείνουμε σε αυτά που ελέγχουν οι Κύπριοι κι όχι οι Τούρκοι. Η Κυπριακή Δημοκρατία με δική της επιλογή, και παρά την υποτιθέμενη αδυναμία των Κυπρίων να αλλάξουν το Σύνταγμα τους, έχει προχωρήσει τόσο σε οικονομική όσο και σε πολιτική ένωση με άλλο κράτος: την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τώρα θα ισχυριστεί κάποιος πως η Ευρώπη δεν είναι κράτος αλλά ένα κοινός διεθνής οργανισμός. Λάθος! Διότι σε αντίθεση με διεθνείς οργανισμούς, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλάζει το χαρακτήρα της εθνικής κυριαρχίας όπως τον ξέραμε παραδοσιακά. Η υπαρκτή κυριαρχία αναδιαμορφώνεται και αναδιανέμεται μέσα στην Ευρώπη, αφήνοντας στα κράτη εξ ολοκλήρου μόνο την ονομαστική κυριαρχία, ενώ οι νόμοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν, μεταξύ άλλων, άμεση εφαρμογή σε όλη την επικράτεια. Διεθνής οργανισμός είναι τα Ηνωμένα Έθνη που στη πράξη δεν έχουν καμία αδιαμφισβήτητη εξουσία.

Αλλά τελικά, είναι η λέξη «κράτος» το πρόβλημα; Αυτό είναι που ενοχλούσε αυτούς που συνέταξαν τις προαναφερθείσες πρόνοιες; Ή μήπως σημασία έχει πως πραγματώνεται η κυριαρχία και ποιος αποφασίζει για το κάθε τι; Επίσης, το ζήτημα είναι θέμα βαθμού, δηλαδή πως μπορούμε να εκχωρήσουμε αρμοδιότητες προς μια άλλη οντότητα αρκεί να το κάνουμε, ας πούμε, κομψά και με μέτρο να μη μας καταλάβουν; Προφανώς όχι. Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου φτιάχτηκαν με την αυταπάτη πως οι νόμοι μπορούν να γίνουν υπερβατικοί, να μην επηρεάζονται δηλαδή από τα γεγονότα και τις πραγματικότητες. Γράφτηκαν με το σκεπτικό πως ο νόμος δημιουργεί την πραγματικότητα αλλά δεν χρειάζεται να έχει συνεχή σχέση με αυτήν. Η ουσία είναι η εξής: η φαντασίωση αυτή υποστηρίχθηκε για χάρη της προώθησης του σχεδίου για ένα δικοινοτικό κράτος, ας πούμε μια αξιόλογη προσπάθεια για ειρήνη στο νησί, που τελικά πέθανε στη γέννα.

Κρίνω λοιπόν πως το 2004 είναι και αυτό σημείο σταθμός στην ιστορία της Κύπρου, σε σχέση το θέμα της αυτοδιάθεσης, γιατί αποδείχτηκε ξανά αυτό ήταν ήδη γνωστό από το ‘63. Πως, δηλαδή, η κυρίαρχη βούληση του λαού προηγείται του συντάγματος του, ενώ η αλλαγή του συντάγματος ποτέ δεν οδηγεί στην αυτόματη κατάλυση του κράτους.

Συμπεράσματα και προτάσεις για το παρόν

Η Κυπριακή Δημοκρατία όπως υπάρχει σήμερα, ουσιαστικά δεν έχει σχέση με το όραμα της δικοινοτικής πολιτείας του 1960. Το κράτος εκείνο σκόνταψε στο πρώτο εμπόδιο. Οι θεσμοί του απέτυχαν τη δοκιμασία. Η δικοινοτικότητα δεν είχε εδραιωθεί σε επίπεδο βάσης, δεν προέκυψε οργανικά και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε ποτέ να αποτελέσει βάση για ειρήνη στο νησί.

Οι Κύπριοι άλλαξαν τα άρθρα εκείνα που εμπόδιζαν την λειτουργία του κράτους ως απάντηση σε αποσταθεροποιητικές τακτικές, ενώ στο μεταξύ η τότε Τουρκική κοινότητα έχει μετατραπεί στο σημερινό κατοχικό μόρφωμα, στο οποίο αποδόθηκε χαρακτήρας κρατικότητας στη Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς του 1977, όπως ανέλυσα στην προηγούμενη παρουσίαση· το κατοχικό μόρφωμα αυτό που σήμερα παρουσιάζεται ως «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» με την ενσωμάτωση εποίκων και την υποστήριξη του Τουρκικού στρατού και επεκτατισμού εν γένει.

Παρά τα στρατηγήματα των Τούρκων, οι Κύπριοι έχουν διασώσει το κράτος τους, ασκώντας την αυτοδιάθεση τους. Μπορεί η κατοχή να εμποδίζει την προέκταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο κατεχόμενο τμήμα της, αλλά δεν έχει στερήσει από τους Κύπριους την αυτοδιάθεση τους. Κάτι που απέδειξε η Κύπρος το 2004 με την πολιτική και οικονομική της ένωση με την Ευρώπη, αυτό που επίσημα ονομάζουμε «ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Κι εδώ να τονίσω ξανά την σημασία του γεγονότος αυτού. Όσοι πιστεύουν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι απλά ένα διεθνής οργανισμός είναι βαθιά λανθασμένοι. Συμμετοχή στους κοινούς θεσμούς της Ευρώπης σημαίνει αναδιαμόρφωση της υπαρκτής κυριαρχίας των κρατών σχεδόν σε κάθε τομέα της πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πληρεί τους συντελεστές τις κρατικότητας, όπως τους έχω ορίσει στην προηγούμενη παρουσίαση, ενώ λειτουργεί ως ομοσπονδιακό σύστημα. Απλά στην Κύπρο η ενημέρωση που έχει ο μέσος πολίτης για την Ευρώπη είναι άστοχη και γεμάτη ελλείψεις, ενώ πολλοί πολιτικοί δείχνουν να μην γνωρίζουν αρκετά για το θέμα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κράτος, έστω με τις ιδιομορφίες του που προκύπτουν από τις ιστορικό-πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των εθνών της και την πορεία της διαδικασίας Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Άλλωστε όλα τα κράτη έχουν τις ιδιαιτερότητες τους.

Και δεν τελειώνει εδώ. Η Ευρώπη έχει φιλοδοξίες για πολλά παραπάνω από αυτά που κάνει σήμερα. Ισχυρότερη στρατιωτική παρουσία, πιο αναβαθμισμένο ρόλο στη διεθνή διπλωματία, το ευρώ να εδραιώσει την επιρροή του στο διεθνές εμπόριο, και τα λοιπά. Στο εσωτερικό της, η Ευρώπη δείχνει πως είναι έτοιμη να υπερασπιστεί τις Ευρωπαϊκές αξίες που καταγράφονται στο Άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τη δημοκρατία, τις βασικές ελευθερίες, τον σεβασμό των φύλων και την ισόνομη μεταχείριση τους, και τα σχετικά. Να ψάξετε να διαβάσετε αν θέλετε για τη σημασία της ενεργοποίησης της διαδικασίας που προβλέπεται στο Άρθρο 7 της προαναφερθείσας Συνθήκης κατά της κυβέρνησης της Ουγγαρίας. Ψάξτε επίσης να μάθετε για τα μεγάλα θέματα στην Ευρωπαϊκή επικαιρότητα, όπως την αναθεώρηση των προνοιών για τα πνευματικά δικαιώματα.

Να το πω ξανά για να μην απεραντολογώ: η Ευρώπη είναι κράτος και η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αυτό είναι άλλη μια απόδειξη της άσκησης της αυτοδιάθεσης των Κυπρίων. Ξεχάστε τι λέει το Σύνταγμα και η Συνθήκη Εγγυήσεως πως τάχα απαγορεύεται η οικονομική και πολιτική ένωση με άλλα κράτη. Αυτή ήδη έγινε. Οι πρόνοιες του Συντάγματος εκείνες δεν μπορούν να ισχύουν διότι ξεπερνούν τον σκοπό του πρωτογενούς δικαίου, που δεν είναι άλλος από την πλαισίωση του δευτερογενούς δικαίου, όχι όμως την κατάργηση της αυτοδιάθεσης.

Να το τονίσω. Κανένα σύνταγμα δεν δημιουργεί κυρίαρχη βούληση, κανένα σύνταγμα δεν προηγείται της αυτοδιάθεσης, και κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να ισχύει όταν έρχεται σε απευθείας σύγκρουση με την πραγματικότητα. Οι Κύπριοι το ξέρουν αυτό από το 1963. Το επαλήθευσαν το 2004. Και, πάνω απ’ όλα μπορούν να το κάνουν ξανά σήμερα και στο μέλλον. Στην ουσία η Κύπρος διατηρεί την αυτοδιάθεση της και έχει αποφασίσει να εναρμονίσει τον πολιτικό της βίο με αυτόν της υπόλοιπης Ευρώπης.

Η διαπίστωση που προκύπτει είναι πως η Κύπρος δεν είναι σκλάβα του Συντάγματος της, στα θέματα εκείνα που εμπίπτουν της αυτοδιάθεσης. Το ότι παραμένει μέσα στα πλαίσια του πνεύματος της Ζυρίχης είναι πολιτική απόφαση. Κανένα καθεστώς δεν αναγκάζει την Κύπρο να μείνει σε αυτή τη γραμμή.

Αυτή η πολιτική απόφαση έχει τεράστιο κόστος και βάζει σε κίνδυνο το μακροπρόθεσμο συμφέρον των Κυπρίων.

Πρώτον, δίνει την εντύπωση πως η μοναδική επιλογή είναι αυτή των διαπραγματεύσεων με το κατοχικό μόρφωμα. Αυτό που ονομάζεται «Τουρκοκύπριοι», είτε κατ’ ευφημισμό είτε για την εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και την ικανοποίηση ιδεολογικών αγκυλώσεων. Έτσι δίνεται συγχωροχάρτι στον Τουρκικό επεκτατισμό και εξευγενίζεται η βαρβαρότητα με την ταύτιση της κατοχής με την Τουρκική κοινότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτή υπήρχε το 1960. Μιλούν τα Ηνωμένα Έθνη για «δύο ηγέτες», για λύση «Κυπριακής ιδιοκτησίας», και άλλα όμορφα. Ούτε πως υπάρχουν έποικοι από εκεί με άμεσο αντίκτυπο στη δημογραφική σύνθεση και τις δυναμικές αυτές, ούτε πως διαδραματίζει κάποιο ρόλο η Τουρκία με το στρατό της. Απλά «Τουρκοκύπριοι». Μια χαρά και μια τρομάρα.

Δεύτερον, βάζει την Κύπρο στο καλούπι των διαπραγματεύσεων για λύση Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, που εδράζεται πάνω στη Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς του 1977 η οποία αποδίδει χαρακτήρα κρατικότητας στον Τουρκοκρατούμενο βορρά. Οι διαπραγματεύσεις όχι μόνο αθωώνουν την Τουρκία και επιβραβεύουν τις αποσχιστικές τακτικές των τότε Τουρκοκυπρίων, αλλά θέλουν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη της Ζυρίχης σχετικά με την αυτοδιάθεση. Δηλαδή να δημιουργήσουν δικοινοτικότητα εκ των άνω και να την προστατέψουν τάχα με εγγυήσεις και συνταγματικές πρόνοιες. Καλά, δεν τους είπαν τι έγινε με το καθεστώς του ‘60; Δεν τους εξήγησαν πως οι ποσοστώσεις και τα διπλά βέτο δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική ειρήνη; Το Σύνταγμα της Ζυρίχης έδωσε πολλά προνόμια στην Τουρκική κοινότητα για χάρη της ειρηνικής συμβίωσης. Δεν τους ήταν αρκετά, δεν τους άρεσαν. Αλλά, κυρίως, δεν εμπόδισαν την Τουρκία και τους εγκάθετους της από το να προωθήσουν την δικιά τους ατζέντα. Η ιστορία δίνει μαθήματα που δεν θέλουν να τα εμπεδώσουν οι κρατούντες. Τίποτα δεν θα εμποδίζει την Τουρκία από το να προκαλέσει συνταγματική κρίση σε μια υποτιθέμενη ομοσπονδιακή Κύπρο.

Τρίτον, η εμμονή της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης να μην αξιοποιήσει την αυτοδιάθεση των Κυπρίων φέρνει την Κυπριακή Δημοκρατία σε δυσμενή θέση σε θέματα άμυνας και ασφάλειας. Βλέπουμε το τελευταίο διάστημα πως η κυβέρνηση προωθεί τις στενές σχέσεις με το Ισραήλ, ενώ καλλιεργείται η εντύπωση στο λαό πως ο Ισραηλινός στρατός θα προστατέψει την Κύπρο από την Τουρκία. Δεν διαβάσανε Θουκυδίδη φαίνεται. Δεν τους είπαν πως το Ισραήλ κοιτάζει μόνο το συμφέρον του για δημιουργία στρατηγικού βάθους στην Ανατολική Μεσόγειο, πως ο λαός του δεν έχει πολιτισμικούς δεσμούς με τους Κυπρίους, και πως σε σχέσεις ισχύος μεταξύ μιας μεγάλης και μια μικρής δύναμης αυτό που δημιουργείται ονομάζεται «υποτέλεια». Συμμαχίες νοούνται μεταξύ ίσων, ή έστω μεταξύ μερών που μπορούν να σταθούν κι από μόνα τους. Αλλά στην Κύπρο η εμμονή να μην αξιοποιηθεί η αυτοδιάθεση έχει αφήσει τον Κυπριακό νότο έρμαιο στη θέληση του καθενός. Έμεινε η Κύπρος ξέφραγο αμπέλι που ερίζουν οι διάφοροι.

Τέταρτο, μπαίνουν ψεύτικα διλήμματα και χρονοδιαγράμματα. Λένε να λύσουμε το Κυπριακό, δηλαδή να επιβάλλουμε Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, ώστε να αξιοποιήσουμε το φυσικό πλούτο στη Κυπριακή ΑΟΖ. Ή αν δεν υπάρξει ΔΔΟ να στήσουμε στο μεταξύ μια νομικά γκρι κατάσταση, μια τεχνοκρατία ειδικού σκοπού ώστε να πάρουν και τα κατεχόμενα μερίδιο, να περάσει ο αγωγός από την Τουρκία, να μπει και το Ισραήλ στο παιχνίδι, και να λέμε πως πήραμε κι εμείς κάποια ποσοστά από τα κέρδη. Δηλαδή να μπούμε σε νέες περιπέτειες, να δημιουργήσουμε τετελεσμένα που θα μας γυρίσουν μπούμερανγκ απλά και μόνο γιατί θέλουν οι κρατούντες να μην αλλάξουν γραμμή.

Όμως η ιστορία της Κύπρου μας δείχνει πως υπάρχει εναλλακτική. Γιατί να πάμε με το αφερέγγυο Ισραήλ τη στιγμή που έχουμε φυσικό σύμμαχο με πανίσχυρη παρουσία στο Αιγαίο και κατ’ επέκταση την Ανατολική Μεσόγειο; Αναφέρομαι στην Ελλάδα φυσικά.

Είδαμε πως οι πρόνοιες του Κυπριακού Συντάγματος καθώς και η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν μπορούσαν να περιορίσουν την αυτοδιάθεση της Κύπρου. Όπως η Κυπριακή Δημοκρατία έκανε οικονομική και πολιτική ένωση με την Ευρώπη, έτσι μπορεί, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, να ενταχθεί στους θεσμούς της Ελληνικής Δημοκρατίας. Όπως υπάρχει σήμερα το Άρθρο 1Α που διάβασα πριν, που αναγνωρίζει την ανωτερότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου επί του Κυπριακού, να υπάρξει το Άρθρο 1Β που να λέει βασικά τα ίδια πράγματα για το Ελληνικό Δίκαιο.

Πρέπει να εμπεδωθεί πως οι Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας έχουν καταστεί άκυρες από τα ίδια τα γεγονότα. Ενώ με βάση τις σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Διεθνών Συνθηκών του 1969, η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να αποδεσμευτεί πλήρως από τις διεθνής πτυχές των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου.

Pacta sunt servanta, δηλαδή τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται, αλλιώς παύουν να ισχύουν. Μπορεί αν χρειαστεί να αναπτυχθεί αυτό με βάση τα άρθρα 60, 62, και 65 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969. Βασικά πρόκειται για πρόνοιες όπως η ριζική αλλαγή των δεδομένων που καθιστά ανεφάρμοστη την αρχική συμφωνία, η εμπράγματη παραβίαση των συμφωνηθέντων, καθώς και η διατήρηση της δυνατότητας αποδέσμευσης έστω κι αν η απόφαση δεν είχε ληφθεί την κατάλληλη στιγμή. Το τελευταίο σημαίνει απλά πως ακόμα κι αν δεν αποδεσμεύτηκαν από τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας οι παλαιότερες κυβερνήσεις, μπορούμε να το κάνουμε εμείς σήμερα.

Η Τουρκία έχει ακυρώσει τη συμμαχία καθώς εργάζεται για την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία άλλωστε δεν αναγνωρίζει καν. Πως γίνεται να είναι εγγυήτρια της εδαφικής ακεραιότητας και της συνταγματικής τάξης μιας οντότητας που δεν αναγνωρίζει; Απλά δεν γίνεται και κακώς συνεχίζουμε να μιλούμε για την Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη. Άλλωστε είχε ήδη παραβιάσει τις πρόνοιες περί του ρόλου της ως εγγυήτρια της συνταγματικής τάξης και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την κατοχή και την υποστήριξη της απόσχισης του βορρά, υπό τον τύπο της λεγόμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου».

Παρομοίως η Τουρκική κοινότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας εργάστηκε για την κατάλυση του κράτους και για τη διχοτόμηση. Οι ίδιοι δεν ήθελαν να μείνουν στο κράτος και να απολαύσουν τα υπερπρονόμια τους. Σήμερα η αναφορά σε «Τουρκοκύπριους» είναι παραπάνω ιδεολογική, φαντασιακή αν προτιμάτε. Δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι που να είναι ξεχωριστοί από την κατοχή. Και δεν υπάρχουν Τουρκοκύπριοι που να θέλουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως τέτοια κι όχι ως την μετεξέλιξη των τετελεσμένων της εισβολής, δηλαδή την επισημοποίηση της δικοινοτικότητας σε συνδυασμό με τη διζωνικότητα.

Βρισκόμαστε σήμερα σε μια κρίσιμη φάση της ιστορίας. Το κατεστημένο θέλει να συντηρήσει το στάτους κβο, δηλαδή να ξαναμπούμε σε διαπραγματεύσεις με την κατοχή, να επιβεβαιώσουμε ξανά την κρατικότητα που τους απέδωσε ο τότε Πρόεδρος Μακάριος, και τελικά να μιλούμε για τον Τουρκικό επεκτατισμό με γλυκόλογα, πως είναι Τουρκοκύπριοι τάχα και πως ο Τουρκικός στρατός και η επιθετικότητα της Τουρκίας είναι κάτι άκυρο και πως όλα είναι «Κυπριακής ιδιοκτησίας» μεταξύ των «δύο ηγετών». Ο βορράς είναι η Τουρκία που απλά παρουσιάζεται με άλλο προσωπείο. Έστησαν ένα νομικό πρόσωπο, ένα ψευδώνυμο αν θέλετε, για να κάνουν τη βρομοδουλειά τους.

Κρίνω πως οι πολιτικοί προσανατολισμοί των κρατούντων συνιστούν πισωγύρισμα με επικίνδυνες προεκτάσεις. Πως δεν αξιοποιείται η αυτοδιάθεση των Κυπρίων αλλά διαιωνίζεται η λανθασμένη αντίληψη πως η Κύπρος είναι υποχείριο του Ζυριχικού καθεστώτος. Δεν είναι έτσι. Τελείωσαν τα παραμύθια.

Στη σημερινή κατάσταση της γεωστρατηγικής αδυναμίας της Κύπρου, η καλύτερη επιλογή από άποψη της μακροπρόθεσμης επιβίωσης των Κυπρίων είναι η ένταξη στην Ελληνική Δημοκρατία. Ο πιο άμεσος τρόπος προς εκπλήρωση του σχεδίου αυτού είναι η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων που αποσκοπούν στη σύναψη συνθήκης μεταξύ της Ελλάδας και της Κύπρου που θα προβλέπει ουσιαστικά πως το Ελληνικό Δίκαιο προηγείται του Κυπριακού, όπως άλλωστε σήμερα το Άρθρο 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγνωρίζει την προτεραιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου επί του εγχώριου. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγετε την ενοποίηση θεσμών και την αναδιανομή των αρμοδιοτήτων σε όλα τα κεφάλαια της πολιτικής, ακριβώς όπως ήδη γίνεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πατούμε λοιπόν πάνω σε γερές βάσεις. Μαθαίνουμε από την ιστορία μας. Στεκόμαστε στην άσκηση της αυτοδιάθεσης μετά τα γεγονότα του ‘63 που διέσωσε την Κυπριακή Δημοκρατία από τα στρατηγήματα των Τούρκων. Ήθελαν να καταλύσουν το κράτος, αλλά δεν υπολόγισαν την υπαρκτή κυριαρχία των Κυπρίων. Μένουμε επίσης και στην άσκηση της αυτοδιάθεσης το 2004 που έφερε την πολιτική και οικονομική ένωση με την Ευρώπη. Απέδειξαν οι Κύπριοι με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο πως μπορούν να αλλάξουν το σύνταγμα τους. Απέδειξαν πως δεν είναι ετερόνομοι. Και τελικά απέδειξαν πως το μόνο που λείπει τη δεδομένη στιγμή είναι η κατάλληλη πολιτική βούληση για αλλαγή πορείας.

Η ουσία είναι πως η Κύπρος διατηρεί την αυτοδιάθεση της και ο καλύτερος τρόπος να την αξιοποιήσει είναι να ενταχθεί στην Ελληνική Δημοκρατία. Έτσι, προβλήματα όπως το Κυπριακό θα πάψουν να είναι μεταξύ της Τουρκίας και του Ελληνοκυπριακού νότου. Θα αναλάβουν τα Υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας της Ελλάδας.

Είμαι ο Πρωτεσίλαος Σταύρου. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Συντελεστές παραγωγής

Η παρουσίαση αυτή έγινε μόνο με χρήση ελεύθερου λογισμικού.

  • Λειτουργικό σύστημα είναι το Debian GNU/Linux.
  • Gedit για την σύνταξη του κειμένου.
  • LibreOffice Impress για την προετοιμασία των διαφανειών της παρουσίασης.
  • ImageMagick για την μετατροπή του αρχείου διαφανειών από ενιαίο pdf σε χωριστά jpg.
  • Audacity για την ηχογράφηση.
  • Kdenlive για την βιντεογράφηση.