Protesilaos Stavrou
Philosopher. Polymath.

Περί εθνικισμού, διεθνισμού, και κυριαρχισμού

Μαθαίνουμε από την ιστορία των ιδεών

Στη πολιτική δεν υπάρχουν ιστορικές αυθεντίες ή τέλειες ιδέες και καταστάσεις. Δεν θα βρούμε κάποιο ιδανικό σύστημα που μπορούμε να το εφαρμόσουμε στη καθημερινότητα μας. Όμως η μελέτη της ιστορίας μας είναι ωφέλιμη, ακόμα κι αν σκοπός μας είναι η καινοτομία. Πολλές φορές για να κάνεις κάτι καινούριο, κάτι που να στέκει, πρέπει να μελετήσεις το παρελθόν. Να μάθεις τι έκαναν οι περασμένες γενιές. Ποια ήταν τα πράγματα που έμαθαν. Τι λάθη είχαν.

Θέλω λοιπόν να αναπτύξω τη θέση του κυριαρχισμού ως μια από τις γενικές αρχές μιας νέας αριστερής θεώρησης των πραγμάτων. Για να κατανοήσουμε τον κυριαρχισμό, για να τον διαχωρίσουμε από άλλες φαινομενικά συγγενικές θεωρίες, πρέπει να εξετάσουμε δύο μεγέθη: (1) το διεθνές σύστημα, και (2) την ιστορική εξέλιξη των μεγάλων ιδεολογιών που καθόρισαν τις πολιτικές τους τελευταίους αιώνες.

1 Οι πυλώνες του διεθνούς συστήματος

Το διεθνές πολιτικό σύστημα στηρίζεται σε δύο βασικές πεποιθήσεις: (α) την ατομικότητα του κράτους, και (β) την ταύτιση του κράτους με το έθνος. Ας τις δούμε αναλυτικά.

1.1 Το Βεστφαλιανό κράτος

Η πρώτη είναι η ιδέα του αυτοτελούς κράτους, του κράτους ως φορέας πολιτικής βούλησης, του κράτους ως δρών υποκείμενο του παγκόσμιου πολιτικού γίγνεσθαι. Αυτή η υποστασιοποίηση του πλέγματος θεσμών που ονομάζουμε «κράτος» προκύπτει ουσιαστικά από τη Συνθήκη Ειρήνης της Βεστφαλίας (1648). Έως τότε η εξουσία ανήκε σε ορισμένα άτομα «ελέω θεού», στους αυτοκράτορες, βασιλείς, φεουδάρχες.

Το Βεστφαλιανό κράτος δεν ταυτίζεται με το ισχύον πολιτικό σύστημα. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του ανήκουν αποκλειστικά σε αυτό, όπως οι αρχές της ανεξαρτησίας, της ισότητας, και της εδαφικότητας. Έτσι μπορεί το Βεστφαλιανώς προσδιορισμένο κράτος να υπάρχει ως να ήταν μια ιστορική σταθερά που δεν επηρεάζεται από τις όποιες αλλαγές στην πολιτική οργάνωση της κοινωνίας του. Τα κράτη μπορούν να παραμείνουν, ενώ οι βασιλείες και τα φέουδα χάνονται.

Ο λόγος που η Συνθήκη της Βεστφαλίας κατέληξε σε αυτή τη σύμβαση ίσως να έχει να κάνει με τα ίδια τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή. Με πάρα πολύ απλά λόγια, ο Τριακονταετής Πόλεμος ήταν κάτι σαν ο παγκόσμιος πόλεμος της τότε Ευρώπης, με πολλά εμπλεκόμενα συμφέροντα και πολλαπλά επίπεδα τριβών. Θρησκευτικοί φανατισμοί μεταξύ Καθολικών, Λουθηρανών, και Καλβινιστών, σε συνδυασμό με επεκτατικές βλέψεις των Ισπανών, Γάλλων, και των Σκανδιναβών. Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε ο Προτεσταντισμός τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν δημιουργήσει αναντιστοιχίες μεταξύ κυβερνητών και υπηκόων, είχαν ταράξει την ισορροπία της ισχύος στην Ευρώπη, ενώ δημιουργήθηκαν πολλές έριδες για τη διαδοχή στα διάφορα αξιώματα που προσέφερε το κάθε βασίλειο της τότε Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (που ήταν παραπάνω ένα χαοτικό σύμπλεγμα ημιανεξάρτητων κρατιδίων, πόλεων, κάστρων, κτλ.). Οι διεκδικήσεις από ξένους ευγενείς ήταν δυνατές ακριβώς γιατί οι κρατικοί μηχανισμοί δε θεωρούνταν τίποτε περισσότερο από όργανα για την πραγμάτωση της βούλησης του εκάστοτε αριστοκράτη.

Η υποστασιοποίηση του κράτους το καθιστά αυτοτελές. Η εδαφικότητα, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας μεταξύ των κρατών στην ιδιότητα τους ως κράτη, καθώς και της ανεξαρτησίας τους, δεν άφηνε περιθώριο για διεκδικήσεις που κάποτε φάνταζαν δίκαιες. Άλλωστε, και άλλοι πόλεμοι της τότε εποχής έμοιαζαν με διαμάχες για την έκβαση κάποιου κληρονομικού δικαιώματος, όπως ο εκατονταετής πόλεμος (1337-1453) μεταξύ του Βασιλείου της Αγγλίας και των οίκων που διεκδικούσαν τη βασιλεία της Γαλλίας.

Η ουσία είναι πως το Βεστφαλιανό κράτος στέκεται πλέον ως το υποκείμενο της παγκόσμιας πολιτικής. Αποδίδονται σε αυτό δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ διατηρεί την συνέχεια του μέσα στην ιστορία. Έτσι μπορεί, για παράδειγμα, η Γερμανική Αυτοκρατορία (το Δεύτερο Ράιχ) να εξελιχθεί στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μετά στο Τρίτο Ράιχ, ύστερα στη Δυτική Γερμανία, και τελικά στην ομοσπονδιακή ρεπούμπλικα του σήμερα.

1.2 Ιστορικός εθνικισμός και η ιδέα του έθνους κράτους

Ο εθνικισμός, στην πλέον γενική του μορφή ως η ιδεολογία εκείνη που ταυτίζει τα τρία μεγέθη του κράτους, λαού, και πατρίδας, είναι η άλλη βασική πεποίθηση του διεθνούς συστήματος. Άλλωστε το ίδιο το όνομα που αποδίδουμε στη κοινωνία των κρατών αναφέρεται σε σχέσεις μεταξύ εθνών—και τέτοιες σχέσεις στη πράξη είναι μεταξύ κρατών, όπου έθνος == κράτος == έθνος κράτος.

Το έθνος είναι ιστορικό φαινόμενο, όχι βιολογική πραγματικότητα. Η κοινή εντύπωση που υπάρχει σήμερα είναι πως τα έθνη υπήρχαν από πάντα. Δε γίνεται ο σημαντικότατος διαχωρισμός μεταξύ του πιθανώς κοινού ή παρόμοιου DNA και των πολιτισμικών οικοδομημάτων. Ούτε αναγνωρίζεται πως δεν υπάρχει αναγκαστική, ήτοι νομοτελειακή, σχέση αιτίας και αιτιατού μεταξύ του πιθανώς κοινού γένους και των εκάστοτε ιστορικό-πολιτισμικών διαδρομών.

Έτσι μιλούμε, π.χ., για αρχαίους Έλληνες σαν να ήταν ένα πράγμα ανά τους αιώνες, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορετικότητα τους, τόσο ως προς την ιστορία τους, αλλά και μεταξύ της κάθε πόλης ή αποικίας, αλλά αγνοώντας επίσης και τους συνεχής πολέμους μεταξύ τους και γενικά την έλλειψη συνείδησης που θα επέτρεπε την ειρηνική συμβίωση και τη δημιουργία κάποιας όντως κοινής πολιτείας. Η συμμαχία τους κατά των Περσών δεν συνεπάγεται εθνική συνείδηση, όπως τη κατανοούμε σήμερα, διότι συμμαχίες ενάντια σε κάποιο κοινό εχθρό είναι συχνό φαινόμενο στην ιστορία, όπως αυτή των Γάλλων και των Βρετανών στους δύο παγκόσμιους πολέμους.

Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει η τάση να βλέπουμε το παρελθόν μέσα από το πρίσμα των σημερινών αντιλήψεων ώστε, παράδειγμα, η Αυτοκρατορία του Αλέξανδρου να χαρακτηρίζεται ενίοτε σαν «Ελληνική», με τη σημερινή σημασία της πολιτισμικής ομοιογένειας και εσωτερικής αλληλεγγύης, ενώ ήταν πολυπολιτισμική, ανομοιογενής, και απέβλεπε μόνο στον εξουσιασμό με κάθε μέσο, όπως την ενσωμάτωση ευγενών από τους κατακτημένους λαούς, την αφομοίωση τοπικών θρησκευτικών τύπων, παραδόσεων, και τα σχετικά.

Η πιθανώς κοινή βιολογική βάση δεν οδηγεί αναγκαστικά στη δημιουργία μίας κοινής συνείδησης πολιτισμικής ομοιογένειας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ερντογάν. Θα ακούσετε ορισμένους να ισχυρίζονται πως είναι Ποντιακής καταγωγής. «Έλληνας» δηλαδή σύμφωνα με αυτή την ψευδοεπιστήμη, την ψευτοβιολογία. Βλέπουμε πως αυτό δεν μειώνει καθόλου τον Τουρκισμό του. Το ίδιο και για τις διάφορες μελέτες που δείχνουν βιολογική συγγένεια μεταξύ των λαών της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη σε πολιτισμική ομοιογένεια.

Τα έθνη ουσιαστικά είναι πολιτισμικώς προσδιορισμένοι λαοί. Μπορούν να βρουν τα στοιχεία της ταυτότητας τους στο παρελθόν τους ή να δημιουργήσουν κάποια κοινά με τα νέα δεδομένα που έχουν μπροστά τους. Τα έθνη της Αμερικής είναι απόδειξη αυτού.

Το ιδεολόγημα του έθνους εμφανίζεται σχετικά πρόσφατα στην ιστορία. Λέμε την εποχή του μοντερνισμού για να καταλαβαινόμαστε, περίπου από το 1700 και μετά, αλλά αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη εύστοχο. Τάσεις αυτού που ύστερα ονομάστηκε «εθνικισμός» μπορούμε να διακρίνουμε αιώνες πριν, όπως στην Ισπανική Reconquista (που ολοκληρώθηκε το 1492), την ίσως εξιδανικευμένη «επανάκτηση» της Ιβηρικής από τα Χριστιανικά βασίλεια της χερσονήσου κατά των Μαυριτανών-Μουσουλμάνων (οι Μαυριτανοί βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή του Μαχρέμπ, όχι μόνο στην Ιβηρική). Η σημερινή Ισπανία είναι ουσιαστικά διάδοχη αυτής της εποχής. Παρομοίως, ο εκατονταετής πόλεμος καλλιέργησε σταδιακά αμφότερες τις συνειδήσεις της «Αγγλικότητας» και της «Γαλλικότητας», ενώ δεν υπήρχαν στην αρχή του πολέμου.

Η ουσία είναι πως ο εθνικισμός, στην ιστορική του πραγματικότητα σχεδόν συμπίπτει με την εδραίωση του Βεστφαλιανού κράτους. Τα κράτη παύουν να ψάχνουν νομιμοποίηση στο πρόσωπο κάποιου ανθρώπου που τάχα είναι εκλεκτός του όποιου θεού. Γίνεται στροφή από τα μυστηριακά/θρησκευτικά στα κοσμικά, έστω κι αν οι αλλαγές είναι σταδιακές (όπως άλλωστε είναι το σύνηθες στην ιστορία). Η Βεστφαλία άφησε πίσω της ένα κενό νομιμοποίησης. Δε μπορούσε ποτέ να υπάρξει κάποια συμβατικά αντικειμενική μέθοδος για τη χάραξη συνόρων. Κάτι που μπορούσε να καλύψει ο αναδυόμενος εθνικισμός.

Τα έθνη θεωρούνται χωριστά μεταξύ τους, κι άρα μπορούν να στηθούν κράτη που να τα περιέχουν, αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα χαρακτήρα οργανικότητας. Βρίσκουν, ας πούμε, τα «φυσικά» τους σύνορα, τον «φυσικό» τους χώρο ελέγχου και επιβολής. Με βάση αυτή τη κοσμοθεωρία, το Γαλλικό κράτος εκτείνεται ως εκεί που ζουν Γάλλοι, το Ισπανικό εκεί που είναι οι Ισπανοί, και τα λοιπά.

Βέβαια προέκυψαν ανά τους αιώνες κι άλλες πολλές τάσεις που συχνά συγχέονται με τον εθνικισμό στην βασική έκφραση του ως η ταύτιση του έθνους με το κράτος. Ιδεολογίες της Ρομαντικής περιόδου, όπως ο Παγγερμανισμός που θεωρούσε ως ένα και το αυτό τους Γότθους, τους Φράγκους, τους λαούς της Μεγάλης Βρετανίας, τους λαούς στη περιοχή της σημερινής Γερμανίας, Τσεχίας, Σλοβακίας, κτλ, ή μεγαλοϊδεατισμοί/επεκτατισμοί που ήταν παραπάνω ιμπεριαλισμοί με άλλο προσωπείο. Κάτι που διακρίνουμε και στις μέρες μας όπου οι ΗΠΑ, ας πούμε η αυτοκρατορία της εποχής, πολλές φορές δικαιολογεί τον εξουσιασμό της ανά τον πλανήτη με ρητορική στο εσωτερικό της που φαντάζει εθνικιστική.

2 Οι μεγάλες ιδεολογίες του μοντερνισμού

Το διεθνές σύστημα βασίζεται στα πιο πάνω. Τα κράτη συνεχίζουν να κατανοούνται ως Βεστφαλιανώς προσδιορισμένα. Ενώ τα έθνη παραμένουν ο δείκτης για τη συμβατική κατανομή των δικαίων και των εξουσιών ανά τον κόσμο.

Αλλά αν ισχυριστούμε πως ο εθνικισμός είναι η κραταιά ιδεολογία της εποχής, τότε θα μπούμε σε παρεξηγήσεις. Κι αυτό διότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του ιστορικού εθνικισμού και του παραταξιακού εθνικισμού που είναι κίνημα της ακροδεξιάς, ή αλλιώς του υπερσυντηριτισμού.

Το πως κατέληξε ο εθνικισμός από ιστορικό κίνημα κοσμικότητας σε παράταξη που υπερασπίζεται την καθεστηκυία τάξη έχει άμεση σχέση με την άνοδο των κινημάτων του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού. Στην αρχή ο σκοπός ήταν κοινός: η ανατροπή της παλαιάς τάξης των βασιλέων και φεουδαρχών, αυτού που οι Γάλλοι ονόμαζαν «Ancien Régime». Στα θέματα της γενικής δομής και του ρόλου του κράτους τα κινήματα αυτά ήταν συνεχιστές της Βεστφαλιανής κοσμοθεωρίας.

Για την εποχή του και ο εθνικισμός ήταν πρόταση για πρόοδο. Έφερνε την νέα τάξη πραγμάτων, όπου η κυριαρχία πλέον δεν ήταν η εξουσία της μοναρχίας, αλλά η εκ των κάτω επιβολή ύπατης πολιτικής βούλησης.

Οι εθνικιστές ήθελαν να καταργηθούν τα τσιφλίκια ώστε τα έθνη να μπορούν να ζουν μέσα στα κοινά τους σύνορα και να μην είναι οι ομοεθνείς χωρισμένοι μεταξύ τους ως υπήκοοι του κάθε τοπικού λόρδου. Οι σοσιαλιστές εναντιώνονταν στα φέουδα γιατί εμπόδιζαν την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών. Κρατούσαν τους ανθρώπους δέσμιους σε φατριαστικά συμφέροντα. Ενώ οι φιλελεύθεροι θεωρούσαν πως τα τεμάχια των ευγενών έβαζαν τροχοπέδη στην λειτουργία της ελεύθερης αγοράς. Επίσης επιζητούσαν το κοσμικό κράτος γιατί μπορούσε να εγγυηθεί καλύτερα το κράτος δικαίου, ειδικά την υπεράσπιση του θεσμού της ιδιοκτησίας.

Όταν τελικά καταλύθηκε η παλαιά τάξη—ή για την ακρίβεια μετεξελίχθηκε σε νέο καθεστώς—άρχισαν να φαίνονται οι διαφορές μεταξύ αυτών των μεγάλων τάσεων. Και απλοποιώ για να μην απεραντολογώ. Οι εθνικιστές ήταν ικανοποιημένοι με την ταύτιση του νεοσύστατου κράτους με το έθνος. Ήξεραν που έμπαιναν τα νέα σύνορα. Ενώ οι σοσιαλιστές και οι φιλελεύθεροι διατήρησαν την εναντίωση τους στους όποιους φραγμούς. Οι μεν για λόγους ανθρωπιστικούς, οι δε στο όνομα του ελεύθερου εμπορίου. Δύο διαφορετικοί διεθνισμοί.

Εκεί είναι που αρχίζει σιγά-σιγά ο εθνικισμός να παίρνει χαρακτήρα ακροδεξιάς. Για να προστατέψει τα εθνικά σύνορα, το εθνικό συμφέρον, συμμάχησε με δυνάμεις της παλαιάς τάξης, όπως τους βασιλικούς, ενώ δεν είχε πρόβλημα να υποστηρίζει δικτατορίες αν αυτές ικανοποιούσαν τα κεντρικά του αιτήματα.

Ο παραταξιακός εθνικισμός είναι αυτό που ξέρουμε σήμερα: κίνημα της ακροδεξιάς που διατηρεί στους κόλπους του όλων των ειδών τους υπερσυντηρητικούς.

Αλλά κάτι ανάλογο βίωσε και ο ιστορικός φιλελευθερισμός, όπου προσπαθώντας να αποτρέψει την σοσιαλιστική επανάσταση εξελίχθηκε σε ένα είδος κρατισμού που παρεμβαίνει μόνο για τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Αυτό που στη πορεία έγινε ο νεοφιλελευθερισμός. Είναι ψέμα πως οι νεοφιλελεύθεροι δεν θέλουν κράτος, ή πως θέλουν «λίγο κράτος». Αυτές είναι αναρχοκαπιταλιστικές (τύπου Murray Rothbard) ή μηναρχιστικές αντιλήψεις (min-archy = minimum - archy / ελάχιστη αρχή, όπως κάποιες τάσεις στην Αυστριακή σχολή των οικονομικών, π.χ. του Ludwig von Mises). Μη τα μπερδεύουμε.

Οι νεοφιλελεύθεροι θέλουν ισχυρό παρεμβατικό κράτος, αρκεί να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που να ευνοεί μόνο για τα συμφέροντα των ολιγοπωλίων που σχηματίζει και υποστηρίζει (όπως οι τράπεζες, οι εταιρίες λογισμικού σαν τη Microsoft,1 και τα σχετικά), συνήθως σε συμβιωτική σχέση με τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό και διάφορες κομματικές πλατφόρμες.

Όσο για τους σοσιαλιστές, ο διεθνισμός τους τελικά αξιοποιήθηκε με τρόπο που μάλλον δεν θα τον ήθελαν, μέσα από την εξάπλωση της Ρωσικής ηγεμονίας, παρουσιαζόμενης ως Σοβιετική Ένωση. Κρατισμός ολοκληρωτικού τύπου. Καμία σχέση με την ιδέα της Παρισινής Κομμούνας.

Για όσους δεν δέχθηκαν τον κομμουνισμό, και προσπάθησαν να δουλέψουν για τον λεγόμενο «ιστορικό συμβιβασμό», ο διεθνισμός τους τους ανάγκασε να ευθυγραμμιστούν με τον νεοφιλελευθερισμό σε σειρά θεμάτων. Έτσι βλέπουμε σήμερα να είναι οι σοσιαλδημοκράτες δογματικά υπέρ των ανοιχτών συνόρων, πολιτική που βλάπτει τους ντόπιους εργάτες και ευνοεί το μεγάλο κεφάλαιο. Ή να μιλούν για πολυπολιτισμικό περιβάλλον χωρίς να εξετάζουν τη συμβατότητα μεταξύ των εμπλεκόμενων κοινοτήτων, κάτι που έχει άμεση σχέση με τη νεοφιλελεύθερη θεώρηση του ανθρώπου απλά ως «ανθρώπινο δυναμικό», μόνο ως συντελεστής της παραγωγής, δηλαδή.2

Και μετά ψάχνουν πως προκύπτουν τα γκέτο στο Παρίσι που γεννούν στρατιές τζιχαντιστών, δηλαδή Γάλλων πολιτών που μισούν τον τόπο τους τόσο πολύ που είναι έτοιμοι να πεθάνουν για τη θεοκρατία, πολεμώντας ενάντια σε όλα όσα στηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία.

3 Οι ιδέες στην εποχή τους, ο κυριαρχισμός σήμερα

Το γενικό συμπέρασμα είναι πως οι ιδέες του παρελθόντος δεν έμειναν «καθαρές» μες τους αιώνες. Εξελίχθηκαν και προσαρμόστηκαν στα δεδομένα της κάθε εποχής ή του κάθε τόπου. Που σημαίνει πως πρέπει να βλέπουμε να πράγματα ολιστικά και να αναγνωρίζουμε πότε υπάρχει ανάγκη για αναθεώρηση.

Κρίνω πως στην εποχή μας καμία από τις ιδεολογίες του μοντερνισμού δεν είναι επαρκής. Μπορούμε να μάθουμε πολλά από την ιστορία τους, να ξεχωρίσουμε τα όποια σωστά και τα λάθη τους, αλλά δε μας αρκεί να μείνουμε στους προβληματισμούς των περασμένων αιώνων. Κι αυτό γιατί τα δεδομένα μας είναι διαφορετικά.

Εγώ προτιμώ να εντοπίζω τις γενικές σταθερές, τα κοινά μεταξύ της πολλαπλότητας, αυτό που ονομάζω «αφηρημένη δομή». Έτσι θεωρώ πως πέρα από τα συγκεκριμένα της κάθε περίπτωσης αυτό που πάντα πρέπει να έχουμε ως άνθρωποι είναι τη δυνατότητα να ελέγξουμε τα μεγέθη που καθορίζουν τη συλλογική μας εμπειρία. Είτε έχουμε πόλη κράτος, είτε έθνος κράτος, είτε την Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει πάντα να ρωτούμε αν μπορούμε να ασκήσουμε ύπατη πολιτική βούληση. Κυριαρχία.

Όμως ο κυριαρχισμός δεν είναι αυτό που πίστευε ο εθνικισμός, δηλαδή η κρατική κυριαρχία του κράτους που ταυτίζεται με το έθνος. Ούτε είναι η ηγεμονία του χρηματοπιστωτικού συστήματος υποστηριζόμενο από το κράτος—τάχα η ελεύθερη αγορά—που κατανοούν οι νεοφιλελεύθεροι. Ούτε επίσης η αυστηρά λαϊκή κυριαρχία που φαντάζονται οι σοσιαλιστές, που τελικά είναι μια μορφή οχλοκρατίας από τη μια ή το προστάδιο κάποιου ολοκληρωτισμού από την άλλη.

Παίρνουμε από τη Βεστφαλία την κοσμικότητα. Από τον ιστορικό εθνικισμό την ιδέα του πολιτισμικώς προσδιορισμένου λαού που μπορεί σχετικά εύκολα να δείξει εσωτερική αλληλεγγύη και να ζήσει σε ένα κράτος. Από τον φιλελευθερισμό κρατούμε την αρχή της μακροπρόθεσμης αξιοπιστίας των θεσμών, της προβλεψιμότητας των νόμων, και του διαχωρισμού των εξουσιών που επιτρέπουν την ιδιωτική πρωτοβουλία και την απόκεντρη καινοτομία. Ενώ από τον σοσιαλισμό κρατούμε την συμπαράσταση προς το γείτονα και συνάνθρωπο, την ανάγκη για κράτος που να μην αφήνει κανένα στο κοινωνικό περιθώριο και που να δέχεται την διαφορετικότητα της ατομικής έκφρασης, και το ιδανικό της φιλοξενίας σε όλες τις περιπτώσεις όπου μπορούμε να υποστηρίξουμε ανθρώπους άλλων πολιτισμών.

Απορρίπτουμε λοιπόν τον υπερσυντηριτισμό του παραταξιακού εθνικισμού, που τελικά θα μας πάρει πίσω στην Ancien Régime, σε «ελέω θεού» τυραννίες. Εναντιωνόμαστε στον παρεμβατισμό του νεοφιλελευθερισμού που μεριμνά μόνο για τους κεφαλαιοκράτες. Παρομοίως δεν δεχόμαστε τον κρατισμό που ευνοεί μόνο τους συνδικαλιστές, συνήθως αυτούς του δημοσίου τομέα. Και δεν μπορούμε να κρατήσουμε οποιαδήποτε ιδέα λειτουργεί ενάντια στη βιωσιμότητα του πολιτεύματος μας, όπως είναι τα δογματικά ανοιχτά σύνορα είτε για ανθρώπους είτα για τη διακίνηση κεφαλαίων, ή ο πασιφισμός/ειρηνισμός που δεν αναγνωρίζει τους υπαρκτούς κινδύνους δίπλα μας.

Ο κυριαρχισμός μας οδηγεί σε μια άλλη κατανόηση της συλλογικής εμπειρίας όσον αφορά την κυριαρχία και τη λειτουργία του κράτους. Η κυριαρχία δεν είναι μονολιθική. Αλλά ο ενάρετος κύκλος νομιμοποίησης και λογοδοσίας μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και των θεσμών εκείνων ή των λαϊκών αντιπροσώπων που συνεισφέρουν στη διακυβέρνηση. Αυτή η δημοκρατική κυριαρχία είναι ουσιαστικά ένα ισοζύγιο μεταξύ των μεγεθών της λαϊκής κυριαρχίας και της κρατικής κυριαρχίας. Όταν έχουμε μόνο το πρώτο, καταλήγουμε στον πλειοψηφισμό, την τυραννία των πολλών. Όταν έχουμε μόνο το δεύτερο πάμε στην ολιγαρχία ή την απολυταρχία και τελικά την προάσπιση των συμφερόντων μίας ελίτ.3

Η κεντρική πρόταση του κυριαρχισμού είναι κράτος που ελέγχουμε αλλά, πάνω απ’ όλα, κράτος που μας επιτρέπει να συνεχίζουμε να ελέγχουμε τα μεγέθη που επηρεάζουν τη συλλογική μας εμπειρία. Έτσι θέλουμε να εφαρμόσουμε όλα εκείνα τα μέτρα που εμπεδώνουν τη λαϊκή κυριαρχία σε ενάρετη σχέση με όλους τους θεσμούς που συντελούν στη δημιουργία ενός αξιόπιστου και ικανού κράτους.

Εν κατακλείδι, μαθαίνουμε από την ιστορία. Δε μένουμε δέσμιοι σε δόγματα και ιδεολογικές αγκυλώσεις που τελικά δε μας επιτρέπουν να δούμε τα πράγματα ως έχουν. Και κρατούμε την ουσία της πολιτικής που εναντιώθηκε στην Ancien Régime, που είναι η συλλογική μας εμπειρία να ελέγχεται από εμάς, να είναι δημοκρατική κυριαρχία, κι όχι να είναι τάχα εξωγενής, είτε από τον όποιο θεό, τις αγορές, τις δήθεν νομοτελειακές σταθερές της παραγωγής και της ιστορίας, και τα σχετικά.

Κυριαρχισμός λοιπόν. Εξετάζουμε το κάθε πολίτευμα με γνώμονα το αν μας επιτρέπει να ασκήσουμε ύπατη πολιτική βούληση.