Παρουσίαση για το δίκαιο της μονομερούς απόσχισης

Κριτήρια για την ανεξαρτητοποίηση των λαών

Γεια σας, ονομάζομαι Πρωτεσίλαος Σταύρου. Σε αυτή τη παρουσίαση θα εξετάσω τις αρχές του δικαίου σε θέματα μονομερούς απόσχισης μίας ομάδας από ένα πολιτικό σύνολο. Σκοπός είναι να θέσουμε τις βάσεις για την κατανόηση όλων των σχετικών φαινομένων: να προσδιορίσουμε τα αντικειμενικά μεγέθη που οδηγούν την κρίση μας. Αφού καλύψω το θεωρητικό σκέλος, θα καταλήξω με κάποια σχόλια για το Κυπριακό πρόβλημα, συγκεκριμένα τα γεγονότα του 1963 που οδήγησαν στην αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τις δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Γενική περιγραφή του διεθνούς συστήματος

Για να μιλήσουμε για μονομερή απόσχιση, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τις κεντρικές αρχές του οικοδομήματος του έθνους κράτους. Το έθνος κράτος είναι η ταύτιση τριών μεγεθών: (1) του ιστορικό-πολιτισμικώς προσδιορισμένου λαού, (2) του εδάφους στο οποίο κατοικεί, της πατρίδας του δηλαδή, και (3) του κράτους ή του πλέγματος θεσμών και κανόνων που επικρατούν στο χώρο αυτό.

Το έθνος κράτος προκύπτει μέσα στην ιστορία ως μια οργανική οντότητα εσωτερικής αλληλεγγύης. Τα μέλη του αναγνωρίζουν στους ομοεθνής τους άτομα που είναι πιο κοντά σε αυτούς. Ταυτίζονται ως ένα βαθμό και έτσι έχουν την προδιάθεση να σταθούν αλληλέγγυοι προς αυτούς. Στα πλαίσια της κοινής πατρίδας και του κοινού κράτους αυτή η πεποίθηση αντανακλάται σε πολιτικές εθνικής και εδαφικής συνοχής. Είτε με την ύπαρξη ενιαίου στρατού, είτε με την ανακύκληση κεφαλαίων από τα οικονομικά κέντρα στις περιφέρειες. Με άλλα λόγια, τα έθνη κράτη είναι, υπό το πρίσμα της διεθνούς πολιτικής, αδιαίρετες μονάδες με μία διεθνή προσωπικότητα.

Η γενίκευση αυτού του θεωρητικού πλαισίου οδηγεί στην αρχή πως κάθε έθνος πρέπει να έχει τη δική του πατρίδα και το δικό του κράτος. Είναι η αρχή του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιάθεσης. Αυτό που θα λέγαμε ανεξαρτησία. Στην ιστορική φάση που βρισκόμαστε αυτό μπορεί να σημαίνει ένα από τα ακόλουθα: (α) είτε το διεθνές σύστημα αποτελείται από όλα τα έθνη κράτη που πραγματοποίησαν το εν δυνάμει τους, ή (β) βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο, όπου είναι ακόμα δυνατό να προκύψουν νέα έθνη κράτη μέσα από τα ήδη υπάρχοντα.

Η πρώτη περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει, διότι ευνοεί τη καθεστηκυία τάξη, τα κράτη που ήδη υφίστανται. Εισάγει κριτήρια συγκυριακά. Δεν μπορεί να δεχθεί οικουμενικές αρχές. Μόνο η δεύτερη περίπτωση γίνεται να σταθεί. Πως δηλαδή υπάρχουν κάποιες συνθήκες όπου η ιδέα του αδιαίρετου του έθνους κράτους δεν είναι απόλυτη και μπορεί να επανεξεταστεί. Ωστόσο αυτές είναι εξαιρέσεις του γενικού κανόνα, που καθορίζεται από τις προαναφερθείσες αρχές του έθνους κράτους.

Η πληθυσμιακή ομάδα που θέλει να αναχθεί σε έθνος κράτος φέρει το βάρος της απόδειξης. Πρέπει να δείξει με πειστικότατο τρόπο πως αποτελεί αυτοτελές έθνος και πως η ανεξαρτησία είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ιστορικής του εξέλιξης. Κι αυτό διότι αν το βάρος της απόδειξης ήταν στα υπάρχοντα κράτη, τότε το διεθνές σύστημα θα ήταν ασταθές και ευμετάβλητο. Κάθε ομάδα θα μπορούσε να θεσμίζει το δικό της κράτος, και κατόπιν αυτή η ίδια να πρέπει να αντιμετωπίσει κάποια υπό-ομάδα της που κι αυτή με τη σειρά της επικαλείται τους ίδιους κανόνες για την ανεξαρτησία της, και ούτω καθ’ εξής. Αυτή είναι η συνταγή της γενικευμένης αταξίας και της ανομίας. Άρα το βάρος της απόδειξης πάντα πέφτει στην πλευρά που θέλει να αποσχισθεί από το κράτος μέσα στο οποίο ζει.

Κριτήρια μονομερούς απόσχισης

Κρίνω πως υπάρχουν πέντε θεμελιακά κριτήρια που αν πληρούνται, μπορούμε να πούμε πως οι αυτονομιστές έχουν το δίκαιο με το μέρος τους και πως οι μονομερείς κινήσεις για ανεξαρτησία είναι απαραίτητες.

  1. Πρώτον, οι αυτονομιστές πρέπει να μπορούν να επικαλεστούν κάποια ιστορικό-πολιτισμική ομοιογένεια. Να δείξουν πως έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως λαός. Έχουν κοινή ιστορία, παραδόσεις, γλώσσα, ή τέλος πάντων το πολιτισμικό υπόβαθρο για ειρηνική συμβίωση και αλληλεγγύη. Βάζουμε αυτό το κριτήριο για να αποφύγουμε περιπτώσεις όπου η κάθε κλίκα, ο κάθε λήσταρχος, η κάθε μαφιόζικη οργάνωση ζητά ανεξαρτησία. Λέμε, με άλλα λόγια, πως το νέο κράτος πρέπει όντως να είναι και έθνος.
  2. Δεύτερον, αυτός ο ομοιογενής λαός πρέπει να σχετίζεται άμεσα με κάποιο συγκεκριμένο χώρο. Είτε να ζει εκεί, είτε να έχει εκδιωχθεί από αυτόν. Το ζητούμενο είναι να υπάρχουν υγιή θεμέλια για τη δημιουργία μίας συνταγματικής τάξης. Να μην είναι η σύσταση του νέου έθνους κράτους προϊόν πρωτογενούς αδικίας, κλοπής ή σφετερισμού ας πούμε.
  3. Τρίτον, οι αυτονομιστές πρέπει να αποδείξουν πως στο κράτος στο οποίο βρίσκονται, είναι θύματα διακρίσεων. Πως το κράτος τους περιθωριοποιεί ή τους μεταχειρίζεται με τρόπο άνισο ακριβώς και μόνο για τις ιδιαιτερότητες τους ως λαός. Βάζουμε αυτό το κριτήριο ώστε να αποφύγουμε περιπτώσεις όπου μία πλούσια επαρχία ή κρατίδιο ζητά ανεξαρτησία απλά και μόνο διότι δε θέλει να στέλνει φόρους στη κεντρική κυβέρνηση, ή κάτι σχετικό.
  4. Τέταρτον, οι αυτονομιστές θα πρέπει να δείξουν πως οι αδικίες δεν είναι απλά το αποτέλεσμα μεμονωμένων πολιτικών ή του προγράμματος μίας κυβέρνησης. Θα πρέπει ο λαός αυτός να είναι θύμα συστημικού διωγμού, όπου είναι σαφές πλέον πως θεωρούνται πολίτες δεύτερης διαλογής. Κι αυτό είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να σεβόμαστε την αρχή της συνέχειας των κρατών μέσα στο χρόνο και να μην ταυτίζουμε το έθνος κράτος με την οποιαδήποτε κυβέρνηση του ή τις επικρατούσες πεποιθήσεις σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
  5. Πέμπτον, οι αυτονομιστές θα πρέπει να μπορούν να αποδείξουν πως προτού καταφύγουν στη πράξη της μονομερούς απόσχισης, εξάντλησαν όλα τα περιθώρια για ειρηνική αποκατάσταση των δικαίων τους μέσα στο υπάρχον κράτος. Έτσι αναγνωρίζεται η αμοιβαιότητα του δικαιώματος για αυτοπροσδιορισμό και αυτοδιάθεση που σημαίνει πως και το έθνος κράτος που περιβάλει τους αυτονομιστές έχει λόγο για το θέμα. Η μονομερής απόσχιση θα πρέπει πάντα να θεωρείται η έσχατη λύση, όταν όλα τα άλλα μέσα έχουν αποτύχει.

Να επαναλάβω πως αυτά τα πέντε είναι οι θεμελιακές αρχές και πως θα μπορούσαν να υπάρχουν και άλλα πιο ειδικά θέματα. Να ξαναπώ επίσης ποιο είναι το βασικό σκεπτικό: οι αρχές που θεμελιώνουν τα έθνη κράτη αποτελούν την κανονικότητα του διεθνούς συστήματος και πως κάθε μονομερής απόσχιση είναι κατ’ εξαίρεση του κανόνα.

Κριτήρια απόσχισης και διεθνής τάξη

Τι σημαίνουν αυτά τα κριτήρια στην πράξη;

Σε πρώτη φάση επαληθεύονται οι αρχές της ανεξαρτησίας των κρατών, της ισότητας τους, και της εδαφικότητας τους ήτοι της ύπατης εξουσίας τους επί του χώρου τους. Άλλα κράτη δεν μπορούν να παρεμβαίνουν στο εσωτερικό τους και να υποστηρίζουν διάφορες ομάδες. Αλλιώς παραβιάζεται η ίδια η κοσμοθεωρία της Συνθήκης Ειρήνης της Βεστφαλίας του 1648 που βασικά θεμελίωσε το σύγχρονο έθνος κράτος και το διεθνές σύστημα. Απλά να αναφέρω πως αυτή η Συνθήκη τερμάτισε τις οικουμενικές διεκδικήσεις της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας περί του πολιτικού αδιαιρέτου των Χριστιανικών πληθυσμών και έδωσε τέλος στους αιματηρούς θρησκευτικό-πολιτικούς πολέμους που ξεκίνησαν με την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Και το σημειώνω αυτό για να πω πως οι όποιες παρεμβάσεις κρατών σε εσωτερικά θέματα άλλης χώρας υπονομεύουν τη διεθνή τάξη και μας παίρνουν πίσω στην εποχή πριν το 1648.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως για να μπορέσουν οι αυτονομιστές να δικαιολογήσουν την μονομερή τους πράξη, θα πρέπει να βρουν το κατάλληλο ευνοϊκό περιβάλλον στις διεθνείς σχέσεις. Θα πρέπει να υπάρχει κλίμα κατανόησης και πνεύμα ομογνωμίας. Αλλιώς η διεθνής κοινότητα θα διχαστεί, θα θέσει αρνητικό προηγούμενο, και έτσι θα δώσει περιθώρια και κίνητρα σε άλλους να επιχειρήσουν να ανατρέψουν την υπάρχουσα τάξη. Οφείλει, λοιπόν, η διεθνής κοινότητα να σκέφτεται μακροπρόθεσμα κι όχι ευκαιριακά, και άρα να αξιολογεί την κάθε περίπτωση με τρόπο αντικειμενικό. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε τέτοιες αρχές.

Τρίτο συμπέρασμα είναι πως πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη η γεωπολιτική. Κάποιες δυνάμεις μες τη διεθνή κοινότητα μπορεί να έχουν οφέλη από την υποστήριξη ενός αυτονομιστικού αγώνα. Μπορεί δηλαδή να μη κρίνουν με βάση αρχές του διεθνούς δικαίου ή το τι είναι καλό για την ανθρωπότητα, αλλά μόνο τι προωθεί τα στρατηγήματα τους στην περιοχή. Αυτό θέλει προσοχή. Διότι αν ο ιμπεριαλισμός μπορεί να κρύβεται πίσω από τα δίκαια των λαών που τάχα δεν έχουν φωνή, τότε το διεθνές σύστημα θα καταστεί μακροπρόθεσμα μη βιώσιμο.

Η ουσία είναι πως η μονομερής απόσχιση είναι δύσκολο να γίνει και πως υπάρχουν πολλά θέματα που πρέπει να εξεταστούν πριν μπορέσουμε να πούμε πως συνιστά δίκαιη πράξη. Και να τονίσω πως αναφέρομαι συγκεκριμένα σε μονομερή απόσχιση. Αν όμως υπάρχει κάποια πρόταση που είναι κοινά αποδεκτή τότε όλα βαίνουν καλώς, όπως τότε που η Τσεχοσλοβακία χωρίστηκε σε δύο κράτη ή πριν λίγα χρόνια που η Σκωτία έκανε δημοψήφισμα για ανεξαρτησία κατόπιν συνεννόησης με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σκεφτείτε λοιπόν τις ακόλουθες ερωτήσεις σε σχέση με το τι ζητούν οι Καταλανοί, οι Φλαμανδοί, οι Κούρδοι, κτλ:

  • Είναι ιστορικό-πολιτισμικώς προσδιορισμένος λαός; Υπάρχει, δηλαδή, ξεκάθαρος διαχωρισμός μεταξύ αυτών και του έθνους που τους περιβάλλει;
  • Κατοικούν σε διακριτό, οικονομικά βιώσιμο χώρο που επιτρέπει τη θέσμιση συνταγματικής τάξης;
  • Υποφέρουν αδικίες στο κράτος μες το οποίο βρίσκονται ένεκα την ιδιαίτερης ταυτότητας τους ως λαός;
  • Είναι οι αδικίες αυτές συστημικές; Είναι, δηλαδή, το ίδιο το σύστημα των θεσμών που στέκεται εναντίον τους;
  • Έχουν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για λύση κοινής συναίνεσης; Έχουν διαπραγματευθεί με καλή πίστη σε πνεύμα συνεννόησης και συμβιβασμού;

Τα αφήνω εκεί να τα σκεφτείτε με βάση τα συγκεκριμένα της κάθε περίπτωσης.

Η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων

Ας καταλήξω με λίγα λόγια που αφορούν εμάς εδώ στη Κύπρο. Αναφέρομαι στα γεγονότα του 1963 που οδήγησαν στην αποχώρηση της Τουρκικής κοινότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτή ορίζεται από το Σύνταγμα, από τις δομές του κράτους. Μιλάμε για τρία χρόνια μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, όπου ακόμα έμπαιναν οι βάσεις του νέου καθεστώτος. Πρόκειται για ένα σύνταγμα που αναγνωρίζει δύο κοινότητες ως συνεταίρους και συμμέτοχους στο κράτος, με ξεκάθαρες ποσοστώσεις για την κατανομή των κρατικών αξιωμάτων. Εν συντομία, είναι περίπτωση όπου δεν δόθηκε αρκετός χρόνος για να δούμε που πάνε τα πράγματα.

Οι Τουρκοκύπριοι διαφωνούσαν με την πρόθεση του τότε Προέδρου, του Μακαρίου, να προωθήσει κάποιες συνταγματικές αλλαγές που θα έκαναν πιο απλή τη διακυβέρνηση του τόπου. Θεωρούσαν πως αυτές τους υποβίβαζαν από συν-ιδρυτές του κράτους σε μειονότητα, και έκριναν πως το νέο σύνταγμα θα ευνοούσε τις ενωτικές φιλοδοξίες της Ελληνοκυπριακής πλευράς. Δεν υπήρχε κλίμα συνεννόησης και συμβιβασμού, επικράτησαν οι φανατισμοί, έβαλε και η Τουρκία το χέρι της, και οι συγκρούσεις ακολούθησαν, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ντε φάκτο διχοτόμηση του νησιού όπως είναι σήμερα.

Αλλά ας αφήσουμε τα γεγονότα για τους ιστορικούς και να σκεφτούμε τα εξής, με βάση της θεμελιακές αρχές του δικαίου της μονομερούς απόσχισης:

  1. Ήταν οι Τουρκοκύπριοι ιστορικό-πολιτισμικώς προσδιορισμένος λαός που ξεχώριζε από τους Ελληνοκύπριους; Και στις δύο πλευρές υπήρχαν απόψεις πως οι διαφορές ήταν μεγάλες και πως συνιστούσαν χωριστές οντότητες. Γνωρίζουμε όμως κι όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου η συνύπαρξη ήταν η κανονική κατάσταση. Άρα οι όποιες διαφορές ήταν σε επιμέρους θέματα, που άλλωστε τέτοιες υπάρχουν και μέσα σε άλλα μεγάλα έθνη κράτη, όπως οι θρησκευτικές διαφορές μεταξύ της Βαυαρίας και των άλλων Προτεσταντικών Γερμανικών κρατιδίων, ή των βουδιστικών, μουσουλμανικών ή άλλων Δημοκρατιών που υπάρχουν μέσα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Και να θυμίσω πως μιλάμε για τη δεκαετία του 60, αμέσως μετά την ανεξαρτησία από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Σίγουρα είναι άλλα τα δεδομένα σήμερα όπου γενιές ανθρώπων γεννιούνται και γερνούν στο καθεστώς της ντε φάκτο διχοτόμησης. Αν ήταν πάντοτε έτσι τα πράγματα, τότε θα ήταν εύκολο να πούμε πως οι Τουρκοκύπριοι είναι ξεχωριστός λαός. Αλλά δεν ήταν έτσι. Τα τετελεσμένα που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση είναι αποτέλεσμα μονομερών πράξεων και αδικιών.
  2. Είχαν οι Τουρκοκύπριοι ένα ενιαίο χώρο τον οποίο μπορούσαν να ονομάσουν πατρίδα τους και που τους δινόταν η δυνατότητα να στήσουν σε αυτόν το κράτος τους; Το 1963 δεν υπήρχε ο σημερινός διαχωρισμός σε βορρά και νότο. Οι άνθρωποι ήταν διάσπαρτοι. Τα εδάφη που έλεγχαν οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούσαν να αποτελέσουν μία υγιή βάση για τη θεμελίωση νέας συνταγματικής τάξης, ένεκα των πρακτικών δυσκολιών διακυβέρνισης, ελέγχου και επιβολής του νόμου, ως και οικονομικής συνοχής και βιωσημότητας.
  3. Ήταν οι Τουρκοκύπριοι θύματα αδικίας; Εδώ οι απόψεις διίστανται. Το σίγουρο όμως είναι πως πέρα από τα στρατηγήματα των διαφόρων υποκινητών της διχόνοιας υπήρχε ένα σύνταγμα που, μεταξύ άλλων, έδινε πολλά προνόμια και προέβλεπε σειρά προστατευτικών μέτρων για την Τουρκική κοινότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κράτος ήταν δυσλειτουργικό προκειμένου να ικανοποιήσει τα αιτήματα των Τουρκοκυπρίων. Τώρα αν οι τότε κρατούντες ήταν οι κατάλληλοι άνθρωποι ή όχι, δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά διότι σε τρία χρόνια από την ανεξαρτησία δεν μπορείς να έχεις σαφή εικόνα των πραγμάτων. Κάθε κίνηση είναι βεβιασμένη.
  4. Αν υπήρχαν αδικίες προς τους Τουρκοκύπριους, μπορούμε να πούμε πως αυτές ήταν συστημικές; Ήταν το ίδιο το κράτος, οι θεσμοί του, οι διαχωρισμοί των εξουσιών του, οι ποσοστoτικές συμμετοχές στις δομές εξουσίας, φτιαγμένες για να αδικούν τη Τουρκική κοινότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Κρίνω πως το σύνταγμα έδινε βάρος στα θέματα της ίσης μεταχείρισης των δύο κοινοτήτων και πως προσπαθούσε να τις εξισώσει παρά τις πληθυσμιακές διαφορές τους. Ακόμα όμως κι αν πάρουμε τη γραμμή Ντενκτάς, τη φωνή της διχοτόμησης της Κύπρου, εναντιώνονταν οι Τουρκοκύπριοι στη πρόθεση του Μακάριου να αλλάξει το σύνταγμα, γιατί πίστευαν πως τους αφαιρούσε προνόμια. Άρα οι ίδιοι δεν έκριναν πως οι όποιες αδικίες ήταν συστημικές.
  5. Υπήρξαν προσπάθειες να λυθεί το θέμα με ψυχραιμία και συνεννόηση; Ήταν οι μονομερείς πράξεις η έσχατη λύση; Μάλλον το αντίθετο. Πιστεύω πως αφορμή έψαχναν οι φανατικοί να επαναφέρουν τις προτάσεις τους και να υποκινήσουν συγκρούσεις. Ποτέ δεν υπήρξε καλή πίστη και διάθεση για διάλογο.

Με βάση της αρχές του δικαίου της μονομερούς απόσχισης, όπως το έχω αναπτύξει στις θεμελιακές του πρόνοιες, κρίνω πως η περίπτωση της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων από τις δομές της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν πράξη δυσανάλογη. Δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως ορθή. Αυτό δεν σημαίνει πως οι Τουρκοκύπριοι φέρουν όλες τις ιστορικές ευθύνες για την ντε φάκτο διχοτόμηση της Κύπρου. Απλά κάνω μία διαπίστωση για να ένα σημείο της ιστορίας όπου εάν το δίκαιο ήταν ξεκάθαρα με τους Τουρκοκύπριους, τότε θα μπορούσαν όντως να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους μονομερώς. Έπραξαν από μόνοι τους, αλλά κατά παράβαση αρχών της ηθικής.

Και τελευταία διαπίστωση είναι πως αν δούμε την εξέλιξη του Κυπριακού θα αναγνωρίσουμε πως όλα τα γεγονότα οδήγησαν στην αναβάθμιση της Τουρκικής κοινότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ξεχωριστό κράτος, έστω κι αν αυτό δεν τυγχάνει καθολικής αναγνώρισης. Δηλαδή οι όποιες αποσχιστικές φιλοδοξίες δεν αντιμετωπίστηκαν με σωστό τρόπο. Απουσίαζε από την Κύπρο κάθε είδος μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και σοβαρής πολιτικής για την θεμελίωση του νέου κράτους. Αυτή η έλλειψη στρατηγικής είναι άλλωστε εμφανής στην πρόθεση του Μακαρίου να αλλάξει ένα σύνταγμα το οποίο ο ίδιος είχε αποδεχθεί μόλις τρία χρόνια πριν. Δεν είχαν διαβάσει το κείμενο; Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως το σύστημα αυτό ήταν θνησιγενές; Πως τέτοιο κράτος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, ένεκα των δομικών του στρεβλώσεων; Έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού λοιπόν, όπως και ελλειπή κατανόηση των μεγεθών της διεθνούς πολιτικής και θεμάτων κυριαρχίας. Αλλά ίσως και κάτι πιο απλό: υπoστελέχωση του κράτους. Λάθος άνθρωποι σε λάθος θέσεις.

Η ουσία είναι πως οι Τουρκοκύπριοι κατέφυγαν σε μονομερείς κινήσεις και επωφελήθηκαν από τα αλλεπάλληλα λάθη των κρατούντων, ώστε εκτός των άλλων να διεκδικούν και το δίκαιο με το μέρος του. Το κράτος που απέκτησαν και που ολοένα αναβαθμίζεται δεν είναι παρά η απόδειξη αυτής της διαστροφής των αρχών όπως ξεκίνησε τη δεκαετία του 60.

Το θέμα των συντελεστών της κρατικότητας—και γιατί μιλώ για το κράτος που έχουν—θα το αναπτύξω στην επόμενη παρουσίαση, μαζί με κάποια σχόλια για τη Συμφωνία Υψηλού Επιπέδου μεταξύ Μακαρίου και Ντενκτάς του 1977.

Σας ευχαριστώ για τη προσοχή σας.