Το θέατρο σκιών του «λαϊκισμού»

Το κείμενο αυτό είναι μετάφραση του δοκιμιού μου The shadow play of “populism”, που δημοσιεύτηκε στις 2019-08-29 στην ιστοσελίδα μου.


Άκουσα το podcast (ηχογραφημένη εκπομπή) του Project Syndicate με τίτλο Understanding Economic Populism («Κατανοώντας τον Οικονομικό Λαϊκισμό»). Ο τίτλος του είναι παραπλανητικός καθώς δεν προσφέρει καμία ευκρινέστερη κατανόηση του αντικειμένου. Η συζήτηση αναλώνεται στο τεχνητό δίπολο μεταξύ φιλελευθερισμού και λαϊκισμού, όπου ο πρώτος είναι ο δρόμος της σύνεσης και του πολιτικού σχεδιασμού με γνώμονα τις μακροπρόθεσμες προεκτάσεις της πολιτικής, ενώ ο δεύτερος αντιπροσωπεύει τον καιροσκοπισμό με μέτρα που απλά εκμεταλλεύονται τις φοβίες των ανθρώπων.

Η εντύπωση που αποκόμισα είναι πως έχω ακούσει τα ίδια επιχειρήματα εκατοντάδες φορές. Συνεπώς στο εν λόγω κείμενο θα αναπτύξω τις θέσεις μου επί του θέματος σε πιο γενικές γραμμές. Ιδού οι βασικοί άξονες τους οποίου θα τεκμηριώσω παρακάτω:

  • Ο όρος «λαϊκισμός» είναι εγγενώς προβληματικός. Δεν ορίζεται με ακρίβεια. Δεν αναφέρεται σε καμία συγκεκριμένη ομάδα, φαινόμενο, ιδεολογία. Για να στέκει μια ανάλυση πρέπει να διέπεται από τις αρχές της σαφήνειας των εννοιών και τις ακρίβειας των ορισμών.
  • Κάθε κοινωνικό-πολιτικό πρόγραμμα που εξετάζει τα οικονομικά κατά τρόπο αποπλαισιωμένο είναι καταδικασμένο σε λάθη και πλάνες. Πρέπει να δεις πέρα από τους οικονομικούς δείκτες: να εξετάσεις την κατανομή της ισχύος στο πολιτικό γίγνεσθαι ώστε να κατανοήσεις την μηχανική των οικονομικών συντελεστών πέρα από την φαινομενικότητα τους.
  • Σε επίπεδο οικονομίας, οι οικονομολόγοι του κυρίως ρεύματος επαναλαμβάνουν τις ίδιες αναλήθειες που ταλανίζουν τον κλάδο τους: την εξέταση των οικονομικών μεγεθών ως να ήταν φυσικές σταθερές που είναι ξεχωριστές από τους ανθρώπους. Συναφής είναι και ο σχετικός επιστημονισμός, ήτοι η ρητορική πως όλα τους τα ευρήματα αποτελούν αντικειμενικές αλήθειες που δεν επηρεάζονται από καμία ιδεοληψία ή αξιακό υπόβαθρο.

Δεν υπάρχει λαϊκισμός ως τέτοιος

Όποτε κάποιος βάλει στο ίδιο καλούπι τους Τραμπ, Μπόρις Τζόνσον, Πούτιν, Ερντογάν, Όρμπαν, τον Τζέρεμι Κόρμπιν, τον Βαρουφάκη, λοιπούς αριστεριστές, κτλ. ξέρουμε εκ προοιμίου πως θα αναλωθεί σε γενικολογίες που δεν στέκουν σε καμιά αυστηρή μελέτη.

Ο ισχυρισμός τους είναι πως αυτές οι προσωπικότητες ανήκουν στην ίδια ομάδα διότι ο καθένας τους με τον δικό του τρόπο επικαλείται «τον λαό» για να επιδιώξει τον προγραμματικό του στόχο. Ο λαϊκιστής, μας λένε, είναι αυτός που βάζει έναν εξιδανικευμένο λαό απέναντι σε κάποια καταπιεστική ελίτ ή άλλη ομάδα που απεργάζεται το κακό.

Αυτή όμως η γραμμή σκέψης είναι λανθασμένη πέρα ως πέρα. Διότι η ιστορία της πολιτικής, τουλάχιστον από την αρχή της σύγχρονης εποχής, αφορά ουσιαστικά την εξυπηρέτηση του γενικού καλού, της ευδαιμονίας των ανθρώπων. Το ίδιο το σύνταγμα των ΗΠΑ γράφτηκε από «τον λαό» («We the people»), υπονοώντας πως η εξουσία πηγάζει—και τελικά ασκείται—από το σύνολο των πολιτών. Παρομοίως, η Γαλλική Επανάσταση μας έδωσε το Άρθρο 3 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη όπου, εκ πρώτης όψεως, ο δήμος είναι αρμόδιος για την πολιτεία του (δες την ανάλυση μου Ενάντια στην εκκοσμικευμένη θεολογία της κυβερνητικής).

Όλοι όσοι πασχίζουν να πάρουν ή να διατηρήσουν πολιτικά αξιώματα πρέπει να δείξουν την προσήλωση τους στα κοινά. Κανένας δεν εξελέγη λέγοντας ευθαρσώς πως είναι ενάντια στο συμφέρον των πολλών. Ακόμα και οι αυταρχικοί ηγέτες ισχυρίζονται πως η διακυβέρνηση τους αποσκοπεί στο καλό των υπηκόων τους, είτε άμεσα είτε εμμέσως δια την υπεράσπιση «της πατρίδας».

Βασικά όλες οι χώρες του πλανήτη θεσμίζονται ως έθνη-κράτη. Το οικοδόμημα αυτό εδράζεται στην αρχή πως το έθνος—ο λαός στην ιστορικό-πολιτισμική του συνέχεια—ταυτίζεται με τον κρατικό μηχανισμό που λειτουργεί εντός της πατρώας γης του. Κι εδώ νοείται πως «ο λαός» είναι στην εξουσία, διότι έθνος == κράτος == κυριαρχία, και πως τελικά πάσα πολιτική διαδικασία πρέπει να σέβεται τα μεγέθη αυτά.

Το διεθνές δίκαιο, το ίδιο το υπόβαθρο της πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι δομημένο πάνω στις αρχές του εθνοκρατισμού. Ουσιαστικά κάθε πτυχή του δίνει την εντύπωση πως όλα γίνονται για την διασφάλιση του κοινού αγαθού—το καλό των μαζών.

Η αλήθεια είναι πως η πολιτική πραγματικότητα είναι σύνθετη. Αντί να βασανιζόμαστε με δυαδικές λογικές, το ένα άκρο απέναντι στο άλλο, ας εκτιμήσουμε το φάσμα που υπάρχει ανάμεσα από τα αναλυτικά στερεότυπα. Και, πάνω απ’όλα, να αναγνωρίσουμε πως πολλοί παράγοντες συντελούν στην διαμόρφωση ενός φαινομένου κι άρα η προσέγγιση μας πρέπει να είναι η ανάλογη.

Έχουν και οι γενικές προτάσεις την χρησιμότητα τους: στην κατανόηση ευρύτερων μεγεθών, ή στην αποτύπωση της αφηρημένης δομής των διαφόρων επιφαινομένων της πολιτικής διαδικασίας. Αλλά το γενικό δεν πρέπει να συγχέεται με το ειδικό. Όταν αναφερόμαστε σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ομάδες, πολιτικά σχήματα, κυβερνήσεις, και τα λοιπά, οφείλουμε να αποφεύγουμε τις γενικολογίες ή έστω να διευκρινίζουμε πως η πρόταση μας απαιτεί περαιτέρω υποστασιοποίηση των συγκεκριμένων ώστε να περιγράψει την κατάσταση στην σύσταση της.

Ο αναλυτής που τους βάζει όλους στο ίδιο καζάνι είναι «αναλυτής» κατ’όνομα. Αλλά ίσως δεν εξηγείται η περίπτωση του ως απλά κάποιος που αρλουμπολογεί. Κι αυτό διότι οι καθηγητάδες που παριστάνουν τους ειδικούς είναι κατά κανόνα μέρος της ιντελιγκέντσια (τάξη των λόγιων και «πνευματικών» ηγετών) που περιστοιχίζει τα κέντρα εξουσίας. Συνεργάζονται με κυβερνήσεις ή ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, τάχα ως ανεξάρτητοι ειδικοί και εμπειρογνώμονες. Ενώ τους δίδεται βήμα να διαδίδουν τα ψεύδη τους (όπως π.χ. podcast στο Project Syndicate).

Η γιγαντιστική κατανομή της ισχύος

Κάθε εισαγωγικό μάθημα στα οικονομικά ή την πολιτική επιστήμη θα διδάξει την ουσιαστική ισότητα των φορέων βούλησης εντός του συστήματος (πολίτες, οικονομικοί παίκτες). Πρόκειται για τα εξής:

  • Σε μια σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία όλοι οι πολίτες τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης, ενώ όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες ανέλιξης.
  • Ο ρόλος της πολιτικής είναι η εμπέδωση της ισονομίας ώστε οι δυνάμεις τις αγοράς να αποδώσουν τα ευεργετικά τους αποτελέσματα.
  • Στα πλαίσια αυτά, ο καπιταλισμός παρουσιάζεται ως ένα εγγενώς δίκαιο οικοδόμημα. Όλα του τα μέλη είναι υποκείμενα στους ίδιους κανόνες, ενώ κάθε συμβάν στην οικονομία, έστω κι αν ανεπιθύμητο σε πρώτη φάση, συμβάλει στην μεγιστοποίηση της ωφελιμότητας ένεκα του πως ο ορθολογισμός των παικτών λειτουργεί σε μακροοικονομικό επίπεδο.

Τα κακώς κείμενα της αγοράς χαρακτηρίζονται ως «αποτυχίες» («market failure»), ενώ τα όποια ελαττώματα της πολιτικής αποδίδονται σε άλλους παράγοντες όπως τον μπαμπούλα του λαϊκισμού. Κι ενώ αναγνωρίζονται οι ατέλειες, η κεντρική πεποίθηση της δικαιοσύνης που διέπει το σύστημα παραμένει ακλόνητη.

Πάντως ο πραγματικός κόσμος έχει ένα χαρακτηριστικό που αγνοούν τα εγχειρίδια των σχολείων: την κατανομή της ισχύος και του ελέγχου.

Πάρε σαν παράδειγμα την ελευθερία της έκφρασης. Θα διαπιστώσεις πως οι πλατφόρμες όπου μπορεί κανείς να διατυπώσει δημόσιο λόγο με απήχηση στο ευρύ κοινό ελέγχονται από μια χούφτα ανθρώπους. Δες το ολιγοπώλιο των κοινωνικών δικτύων όπου βασικά όλα γίνονται μεταξύ των Facebook, Twitter, Linkedin (Microsoft). Κοίταξε τους μεγιστάνες που ελέγχουν τα ΜΜΕ. Σε διεθνές επίπεδο είναι παραδείγματα ο Rupert Murdoch και ο όμιλος Axel Springer SE. Σε τοπικό επίπεδο έχουμε τα ίδια. Παρόλα αυτά ο αφελής πολιτικός και ο διδάκτορας του σχετικού μαθήματος, θα σου κηρύσσει των μηντιακό πλουραλισμό και την πολυφωνία.

Το ίδιο είδος συγκέντρωσης βλέπουμε σε κάθε τομέα της οικονομίας. Πως, ας πούμε μια μικρή ομάδα εταιριών καθορίζει τις τύχες της βιομηχανίας του λογισμικού. Ή το τραπεζικό σύστημα όπου σε κάθε χώρα υπάρχουν λίγες επιλογές ενώ σε διεθνές επίπεδο οι μικρότερες τράπεζες είναι θυγατρικές των μεγαλύτερων. Και επίσης πως το τραπεζικό καρτέλ συμβιώνει με τον κρατικό μηχανισμό μέσα από πρόνοιες όπως το σύστημα κλασματικών αποθεμάτων, την κεντρική τράπεζα ως αυτοδύναμος θεσμός, έμμεσες εγγυήσεις, «πακέτα στήριξης», «ποσοτική χαλάρωση», κτλ.

Ο καπιταλισμός είναι η ιδεολογία κατά την οποία πάσα κρατική παρέμβαση πρέπει να αποσκοπεί στην απώτερη υποστήριξη των κεφαλαιούχων. Ωστόσο, στην πράξη οι έχοντες δεν είναι όλοι ίδιοι ή ίσης αξίας. Υπάρχουν οι πλατφορμάρχες, αυτοί που ελέγχουν τις πλατφόρμες, τους νευραλγικούς τομείς, την θεμελιακή πνευματική ιδιοκτησία· και υπάρχουν και οι πλατφορμίοικοι που είναι όλοι οι άλλοι που μπορούν απλά να λειτουργήσουν πάνω στις πλατφόρμες «ενοικιάζοντας» τρόπων τινά την δυνατότητα τους για επιχειρηματική πρωτοβουλία.

Οι δύο αυτές κατηγορίες, όταν συνδυαστούν με τις πολιτικές πραγματικότητες που συνεπάγεται ο έλεγχος της ισχύος, μπορούν να κατανοηθούν κι ως οι ομάδες που χαίρουν ασφάλειας ή που ζουν σε επισφαλείς συνθήκες. Η κυβέρνηση δεν θα αφήσει έναν πλατφορμάρχη να χρεοκοπήσει με την δικαιολογία πως είναι «πολύ μεγάλος για να αποτύχει» («too big to fail»). Κάπως έτσι στήριξαν τους τραπεζίτες κατά την περίοδο της κρίσης. Παρομοίως η κυβέρνηση προτιμά τα ολιγοπώλια διότι διευκολύνουν το έργο της. Είναι πιο απλό, για παράδειγμα, οι αστυνομικές αρχές να μάθουν τα πάντα για έναν ύποπτο όταν έχουν ήδη κάνει την δουλειά της συλλογής και ανάλυσης στοιχείων τα κοινωνικά δίκτυα. Η φορολογία είναι πιο αποτελεσματική όταν όλες οι συναλλαγές περνούν μέσα από το τραπεζικό σύστημα, και ούτω καθεξής.

Με την σειρά τους οι πλατφορμάρχες αξιοποιούν τους πόρους τους προωθώντας πολιτικούς που θα είναι εντολοδόχοι τους. Νομίζεις εσύ πως έχεις ίσο δικαίωμα αλλά και ίσες ευκαιρίες στην εκλογή σε κάποιο πολιτικό αξίωμα—έτσι σου δίδαξαν άλλωστε. Αλλά δεν σου είπαν πως το ανδράποδο της ολιγαρχίας θα έχει πρόσβαση σε όλα τα κονδύλια, ανοιχτά όλα τα κανάλια, έτοιμοι όλοι οι μηχανισμοί, ενώ εσύ θα παραμένεις χωρίς χρηματοδότηση στο περιθώριο ζητιανεύοντας έστω ένα λεπτό «αέρα» σε κάποια εκπομπή δεύτερης διαλογής. Κι αυτό διότι έχεις ανεξάρτητη φωνή.

Συνεπώς η πολιτική και οικονομική ελίτ βοηθούν η μία την άλλη. Ο κρατικός μηχανισμός είναι σε συμβιωτική σχέση με τους πλατφορμάρχες, κάτι που έχει προεκτάσεις σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου. Αυτή είναι η ολιγαρχία της εποχής μας που στην πραγματικότητα διαφέρει από την αριστοκρατία των παλαιότερων εποχών μόνο ως προς τους τύπους.

Ονομάζω το φαινόμενο αυτό γιγαντισμό. Η ιεραρχία που με αυτεπίγνωση του αξιώματος της έχει την ανάγκη της ολοένα περισσότερης συγκέντρωσης του ελέγχου στο κέντρο· ιεραρχία που σκοπός της είναι να επεκτείνεται και να εδραιώνεται παντού.

Ο ακρογωνιαίος λίθος αυτού του υπέρ-οικοδομήματος είναι η πεποίθηση πως η ιδιοκτησία είναι ιερή, σε συνάρτηση με την μεταχείριση της «πνευματικής ιδιοκτησίας» ως εφάμιλλη ή ανώτερη της φυσικής. Οι πλατφορμάρχες διατηρούν τους τίτλους που τους επιτρέπουν να επιβάλλουν είδος «ενοικίου» σε όλους τους πλατφορμίοικους του εκάστοτε τομέα της οικονομίας. Αλλά επίσης και να μπορούν να υπονομεύουν συστηματικά τον όποιο δυνάμει ανταγωνιστή που μπορεί να αναδειχτεί παρά τις αντιξοότητες. Κι όταν ο πόλεμος τους δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, τότε καταφεύγουν στην εξαγορά των ανταγωνιστών, όπως το Facebook που εδραίωσε την κυριαρχία του αγοράζοντας το Instagram και το WhatsApp. Σε αυτό το παράδειγμα, καθίσταται το Facebook, ως γονική εταιρία πλέον, ο ντε φάκτο κλειδοκράτορας της συντριπτικής πλειοψηφίας του «κοινωνικού» διαδικτύου.

Αυτό που ο οικονομολόγος του κυρίως ρεύματος θεωρεί ως την φυσική λειτουργία της ελεύθερης αγοράς είναι στην πραγματικότητα η περαιτέρω ενίσχυση και εμπέδωση του συστήματος δύο επιπέδων που επιβάλλει ο καπιταλισμός. Η ούτω καλούμενη «ελεύθερη αγορά» είναι ουσιαστικά ένα αυστηρά ελεγχόμενο οικοδόμημα. Η πολιτική που το αντανακλά δεν διαφέρει σε τίποτα, δεδομένου ότι μόνο ορισμένα άτομα κάποιου συγκεκριμένου κοινωνικού τύπου έχει διασυνδέσεις και πρόσβαση στην εξουσία.

Σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει νόημα να θεωρούμε την σύγχρονη δημοκρατία και τον καπιταλισμό της ως εγγενώς δίκαια. Αυτό είναι η ιδεολογία που θέλει να μας επιβάλλει το κατεστημένο—να πιστεύουμε πως όλα είναι ίσα και όμοια και πως με «σκληρή δουλειά» όλοι έχουμε ίσες ευκαιρίες για ανέλιξη. Η ίδια μας η εμπειρία διδάσκει πως δεν τυγχάνουμε όλοι της ίδιας μεταχείρισης: δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις έμμεσες εγγυήσεις και κρατική προστασία, δεν έχουν όλες οι φωνές πρόσβαση σε «μεγάφωνα» με απήχηση στο ευρύ κοινό… Ωστόσο μας κάνουν πλύση εγκεφάλου ώστε να εκθειάζουμε την καθεστηκυία τάξη. Μας βομβαρδίζουν διαρκώς με παραπληροφόρηση για το πόσο καλά πάνε τα πράγματα και πως τα όποια λάθη είναι είτε παροδικά είτε δικό μας φταίξιμο.

Είναι αξιοσημείωτο πως η ιντελιγκέντσια ανακάλυψε την εύκολη απάντηση στις όποιες ενστάσεις έχουμε για την εμφανή αδικία που βιώνουμε: σου λέει φταίνε οι «λαϊκιστές» για την δυσλειτουργία του συστήματος. Κι έτσι, η ρητορική αυτή αποκτά την σημασία του μετά-αφηγήματος: η εκ προοιμίου εξορθολογίκευση των ισχυρισμών περί της καταλληλότητας του στάτους κβο. Επίσης το μετά-αφήγημα προσφέρει την πρότερη τεκμηρίωση του όποιου πολέμου «λάσπης» απέναντι στους αντιφρονούντες. Το έχει καλλιεργημένο το έδαφος. Όταν πεις κάτι θα σε στιγματίσει ως λαϊκιστή και, άρα, θα υπονοήσει, πως είσαι βασικά το ίδιο πράγμα με τους άλλους «λαϊκιστές» τύπου Πούτιν, Ερντογάν…

Αυτό το φτηνό κολπάκι το βλέπουμε στην σύντομη περιγραφή του προαναφερόμενου podcast (μετάφραση από τα αγγλικά):

Τα τελευταία χρόνια λαϊκιστές ηγέτες έχουν διασαλεύσει τους θεσμούς και κανόνες που υποστυλώνουν την φιλελεύθερη διεθνή τάξη. Και οι πολιτικές τους ολοένα και βάζουν την παγκόσμια οικονομία σε κίνδυνο.

For the last several years, populist leaders have wreaked havoc on the institutions and norms that have underpinned the liberal world order. And their policies are increasingly placing the global economy at risk.

Έτσι απλά αγνοεί το γεγονός πως αυτή η φιλελεύθερη τάξη δημιούργησε την οικονομική κρίση που μόλις βιώσαμε. Πρόκειται για την ίδια τάξη που έκανε ότι μπορούσε ώστε οι απώλειες να μοιραστούν στους πολλούς (μέσα από τη λιτότητα) ενώ τα κέρδη να περάσουν στους λίγους («ποσοτική χαλάρωση», πακέτα στήριξης…). Εκτός βέβαια αν θέλουν τα παπαγαλάκια να μας ξαναγράψουν την ιστορία και να μας πείσουν πως τελικά ο Άλαν Γκρίνσπαν (διοικητής της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας που συνετέλεσε στην φούσκα που έφερε την κρίση) και ο χορός των επιφανών οικονομολόγων που τον εκθείαζαν ήταν όλοι λαϊκιστές της κακιάς ώρας. Λαϊκιστές και οι πολιτικοί που εν μέσω της κρίσης επέβαλλαν την αναδιανομή του πλούτου προς τους ολίγους.

Αρκετά με αυτές τις αρλούμπες!

Οικονομικός επιστημονισμός και ιδεοληψίες

Τείνουν οι οικονομολόγοι να αναφέρονται σε δείκτες χωρίς να αναγνωρίζουν την ανθρώπινη πλευρά των πραγμάτων. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να σταθεί στα πλαίσια μιας εξειδικευμένης έρευνας. Αλλά καθίσταται άκρως προβληματική όταν μετατρέπεται σε λίστα προτροπών για την χάραξη πολιτικής, δίχως να τυγχάνει διακλαδικής εξέτασης.

Ως χαρακτηριστική περίπτωση να αναφέρουμε την έννοια του «ανθρώπινου κεφαλαίου». Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για έναν τεχνικό όρο που αναφέρεται σε κάποιον συντελεστή της παραγωγής. Τίποτα το μεμπτό. Ωστόσο, η αφαίρεση του ανθρώπινου στοιχείου από τα ίδια τα άτομα οδηγεί στα εξής ιδεολογήματα:

  • Οι άνθρωποι κρίνονται ως ανταλλάξιμοι, χωρίς να υπάρχουν παράπλευρες απώλειες. Όπως τα γρανάζια της μηχανής.
  • Ο άνθρωπος αποπλαισιώνεται από το κοινωνικό-πολιτισμικό του γίγνεσθαι. Δεν είναι πλέον αληθινός άνθρωπος αλλά αφηρημένη μονάδα.

Από αυτά προκύπτουν κάποια κεντρικά συμπεράσματα που μασκαρεύονται ως απόσταγμα γνήσιας επιστημονικής μελέτης:

  • Θέση υπέρ της μετανάστευσης, όπου ο άνθρωπος είναι πρώτη ύλη που μεταφέρεται από εδώ κι από εκεί. Ενθαρρύνεται λοιπόν η μαζική εκρίζωση λαών που αυξάνει τον ανταγωνισμό για εργασία στην τοπική οικονομία, σπρώχνει προς τα πάνω τις τιμές των ενοικίων, κι άρα ενισχύει τις επισφαλείς συνθήκες που βιώνουν οι πλείστοι. Η στάση του οικονομολόγου απέναντι στην μετανάστευση είναι ξεκάθαρη προτίμηση των δήθεν ευεργετικών συνεπειών της επισφάλειας καθώς μεγιστοποιούν τα κέρδη των εταιριών.
  • Εμμονή στον μύθο του ατομοκεντρισμού και του «Αμερικάνικου ονείρου». Το φάντασμα του homo economicus που διαμορφώνει το είναι του δια της δύναμης της θελήσεως του· η χίμαιρα αυτή που βελτιστοποιεί την κάθε πράξη της με το να σκέφτεται στο περιθώριο (marginalism) κι έτσι να μεταναστεύει χαμογελώντας όποτε το επιτάσσουν οι συνθήκες και ο δήθεν οικονομικός ορθολογισμός. Υπό αυτό το πρίσμα, ο άνθρωπος δεν ανήκει στον τόπο και την κοινότητα του και, πάνω απ’όλα, δεν έχει δεσμούς με την γη του.

Ο συνδυασμός αυτών συνεπάγεται τα εξής:

  1. Φαύλος κύκλος αβεβαιότητας για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων. Όλοι ωθούνται στα άκρα της επισφάλειας. Είναι διατεθειμένοι λοιπόν να εργαστούν σε άθλιες συνθήκες και υπό απεχθείς όρους, όπως αλλεπάλληλες «πρακτικές» (internship) άνευ πληρωμής, υπερωρίες χωρίς επαρκή κάλυψη, δουλειά στις αργίες και ωράρια που παραβιάζουν κατά πολύ την σημασία του οκτάωρου. Οι δείκτες της ανεργίας δεν αναφέρουν αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, ενώ χρησιμοποιούνται από τους πολιτικούς για να παραπλανήσουν τον κόσμο—σου λέει έχουμε απασχόληση, άρα όλα πάνε καλά.
  2. Οι επισφαλείς συνθήκες σπρώχνουν τους μισθούς προς τα κάτω, ενώ τα κεφαλαιακά οφέλη συνεχίζουν να αυξάνονται. Έτσι προκύπτει η αδυσώπητη ροπή της ολοένα ανισότερης διανομής των πόρων και του σχετικού ελέγχου. Συνδυαζόμενη με την υπάρχουσα ισχύ των πλατφορμαρχών, οδηγεί στην εδραίωση των ολιγοπωλίων σε κάθε τομέα της οικονομίας. Τελικά τα «κεφαλαιακά κέρδη» μεταφράζονται σε οφέλη για την οικονομική-πολιτική αφρόκρεμα.
  3. Οι άνθρωποι παροτρύνονται να είναι ατομικιστές και να μην σκέφτονται ποτέ τους συντοπίτες ή συνεργάτες τους. Έμφαση δίδεται στην δυνατότητα του καθενός να είναι ευέλικτος και ευπροσάρμοστος. Ποτέ να μην δεσμεύεται με τους ανθρώπους γύρω τους, καθώς όλοι είναι ανταλλακτικά για τον μηχανισμό κι όλοι μπορεί να αντικατασταθούν ανά πάσα στιγμή. Κοίτα μόνο τον εαυτούλη σου… Στο μεταξύ οι πλατφορμάρχες ξέρουν πολύ καλά την σημασία της συνεργασίας και πως δια αυτής μπορούν να επιβάλλουν καταστάσεις και στην πολιτική.
  4. Επιταχύνεται η συγκέντρωση της καλλιεργήσιμης γης—της γης εν γένει—στα χέρια επίδοξων μεγαλό-γαιοκτημόνων (πλατφορμάρχες στον τομέα της γεωργίας, αλλά και γενικά φερόμενοι άρχοντες της υπαίθρου). Αυτό υπονομεύει ακόμα περισσότερο τις τοπικές κοινότητες και την συλλογική αποδυνάμωση των ανθρώπων. Ενώ μας φέρνει πιο κοντά στην εποχή της πλήρους αναστήλωσης της φεουδαρχίας. Όταν οι άνθρωποι που τώρα ζουν στις πόλεις αναγκαστούν να επιστρέψουν στα χωριά τους ένεκα των ληστρικών ενοικίων, θα διαπιστώσουν πως η κοινότητα τους είναι πλέον ένας ενοποιημένος τίτλος ιδιοκτησίας του τάδε άρχοντα που συνδέεται με άλλα μεγαλύτερα—κι άρα αλλότρια—συμφέροντα.
  5. Η άντληση εγκεφάλων δεν αναγνωρίζεται ποτέ για αυτό που πραγματικά είναι: είδος αποικιοκρατίας. Δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε το «ανθρώπινο κεφάλαιο» από τις συγκριτικά υπανάπτυκτες χώρες να μετακινηθεί μαζικά στις ανεπτυγμένες οικονομίες όπου θα αποδώσει ακόμα περισσότερα κέρδη για τους έχοντες. Η απώλεια των ικανών ανθρώπων προκαλεί την φτωχοποίηση και γενική υποτίμηση της χώρας: δεν υπάρχουν αρκετά στελέχη που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πολιτισμική ακμή του τόπου τους. Ενώ η άντληση εγκεφάλων μειώνει και τις φυσικές άμυνες μιας χώρας απέναντι στις ληστρικές επιθέσεις των ξένων κερδοσκόπων (μεταξύ των οποίων είναι και η συσσώρευση της γης στα χέρια των εταιριών ή των εντολοδόχων τους).

Η ιδέα πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας καθιστά όλους ίσους και όμοιους είναι αστεία. Όπως είναι βλακεία να μιλούμε για «ελεύθερη» αγορά την στιγμή που όλα είναι στημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να προκύπτουν ολιγοπώλια και πλατφορμάρχες.

Με άλλα λόγια, οι προτροπές του μέσου οικονομολόγου δεν είναι πάρα ιδεολογήματα. Δόγμα που το περιτυλίγουν σε στατιστικά και ορολογίες. Διότι αυτός είναι ο επιστημονισμός της εποχής μας: να είσαι επιστημονικοφανής, όλα να μοιάζουν αντικειμενικά, ενώ στην πραγματικότητα είναι παρλαπίπες που δεν συνάδουν με τα αυστηρά κριτήρια διαλεκτικής και συνεχούς έρευνας που απαιτεί η επιστημονική μέθοδος.

Κατά τα άλλα μας ζαλίζουν με τον επιστημονισμό τους και εμμένουν πως η πολιτική πάει στα τσακίδια όποτε δεν εισακούονται οι οικονομολόγοι· δηλαδή αυτοί που έχουν βήμα στα κανάλια που ελέγχει το κατεστημένο…

Η εμμονή στον λαϊκισμό είναι παραπλανητική

Η γενική θέση είναι πως δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα που μας στήνουν. Να μην μπαίνουμε σε ψεύτικα διλήμματα που ανακαλύπτει η ιντελιγκέντσια. Μην δεχόμαστε την κάθε κουβέντα τους χωρίς να την εξετάζουμε. Αλλά κυρίως να μην μπαίνουμε στις φανταστικές πλάνες των οικονομολόγων—των απολογητών της τυραννίας—που ισχυρίζονται πως εφόσον δε ζούμε σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό πρόβλημα.

Στο θέμα του λαϊκισμού, τύποι σαν τους Τραμπ, Σαλβίνι, Όρμπαν ταιριάζουν απόλυτα στην ανάλυση μου πως η ακραία δεξιά είναι η νέα δεξιά. Δεν έχουν τίποτα καινούριο να μας δείξουν. Η συντηρητική παράταξη έχει αυτούς τους κύκλους. Ενώ περιπτώσεις σαν αυτές του Πούτιν και του Ερντογάν είναι φρονιμότερο να εξεταστούν με βάση τα συγκεκριμένα ιστορικό-πολιτισμικά δεδομένα της εκάστοτε χώρας, όπου και πάλι θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η χρήση του όρου «λαϊκισμός» είναι άτοπη. Παρομοίως και για τους λοιπούς αριστερούς που κακώς τους βάζουν στο ίδιο καλούπι του λαϊκισμού.

Ο δημόσιος διάλογος—που μόνο δημόσιος δεν είναι εφόσον ελέγχονται τα μέσα—δίνει δυσανάλογη σημασία στον υποτιθέμενο κίνδυνο του λαϊκισμού. Μας κάνουν να ανησυχούμε για προβλήματα που δεν υπάρχουν και να δίνουν υπέρμετρη σημασία σε δευτερεύοντα θέματα. Στο μεταξύ δεν θίγονται οι δομικές αδικίες, η βαρβαρότητα του κατεστημένου. Ή αλλιώς, η όποια συζήτηση κινείται στο μήκος κύματος της απολογίας υπέρ της άρχουσας τάξης.

Αυτή είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε: να αγνοήσουμε την παραπληροφόρηση και την ψευδό-επιστήμη τους. Ενώ να ετοιμαζόμαστε για επίθεση σε όσους θέλουν να ελέγχουν κάθε πτυχή του βίου μας. Προς αυτό πρέπει να καλλιεργούμε τις αξίες του τοπικισμού και του κοινοτισμού. Να κατανοήσουμε πως η μοναδική αντίσταση στον γιγαντισμό είναι ένα διανεμημένο σύστημα αυτόνομων κοινοτήτων που η κάθε μία βασίζεται στην αυτάρκεια της.