Protesilaos Stavrou
Philosopher. Polymath.

Τι πρέπει να κάνει η βουλή για το Κυπριακό

Το προσχέδιο λύσης να περάσει από το κοινοβούλιο

Όσο πλησιάζει η ημέρα των προεδρικών εκλογών τόσο εντείνεται η συζήτηση για το ποιος είναι ο καταλληλότερος υποψήφιος για να διαχειριστεί το Κυπριακό ζήτημα. Αν και έχει μεγάλη σημασία το πρόσωπο που κρατά το αξίωμα του Προέδρου, θεωρώ πως βλέπουμε το δέντρο και αγνοούμε το δάσος. Η μεγάλη εικόνα δεν καλύπτει μόνο την εκτελεστική εξουσία, αλλά το σύνολο των θεσμών του κράτους που εμπλέκονται στη διακυβέρνηση του τόπου. Κι αυτή περιλαμβάνει το νομοθετικό σώμα.

Πρακτικά ποτέ δεν ακούμε κάτι για το τι πρέπει να κάνουν οι αντιπρόσωποι του λαού για το θέμα. Ο υποτυπώδης δημόσιος διάλογος είναι κατεξοχήν αρχηγό-κεντρικός και μονοδιάστατος. Περιμένουμε κάποιο σωτήρα, ιππότη στο άσπρο άλογο να μας σώσει ενώ εμείς παρακολουθούμε παθητικά. Δεν αναμένουμε από τους βουλευτές—τους ανθρώπους που ψηφίζουμε να μας αντιπροσωπεύουν—να αναλάβουν τις ευθύνες τους, τόσο απέναντι στους πολίτες όσο και την συνταγματική τάξη.

Η βουλή παρακάμπτεται

Στο Κυπριακό έχει παγιωθεί η πρακτική της παράκαμψης της βουλής. Η όλη διαδικασία βασίζεται στη λογική των διακρατικών σχέσεων, έστω κι αν επικρατεί η ρητορική του «ψευδό-κράτους» και το αξίωμα του «τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί αν δεν συμφωνηθούν όλα».

Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται από την εκτελεστική εξουσία. Τα αποτελέσματα τους γνωστοποιούνται στους κομματικούς ηγέτες κεκλεισμένων των θυρών μέσα στα πλαίσια του άτυπου κομματικού συμβουλίου («εθνικό συμβούλιο»). Αλλά ποτέ δεν παρουσιάζεται κάτι συγκεκριμένο στη βουλή, προς συζήτηση ή και περαιτέρω μελέτη.

Αυτή η κατάσταση είναι θεσμικά έκπτωτη. Μια κουτσουρεμένη αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπου το κοινοβούλιο έχει ρόλο κομπάρσου στο μείζον ζήτημα του τόπου.

Ενεργή βουλή == καλύτερος δημόσιος διάλογος

Στη κοινοβουλευτική δημοκρατία η βουλή είναι—και οφείλει να παραμένει—κραταιά δύναμη. Όλοι οι νόμοι περνούν από αυτή, τυγχάνουν ενδελεχούς μελέτης, τροποποιήσεων και βελτιώσεων. Χωρίς τη συγκατάθεση της βουλής—κι άρα, εμμέσως, χωρίς την έγκρηση του λαού δια των αντιπροσώπων του—η δυνητική εξουσία της κυβέρνησης δεν πραγματώνεται. Παραμένει ονομαστική.

Αλλά η βουλή δεν είναι μόνο νομοπαρασκευαστικό σώμα. Έχει και πολιτικό ρόλο, που είναι η εμπλοκή της σε κάθε θέμα που αφορά τη πολιτεία ώστε να το εξετάσει και να το συζητήσει ανοιχτά. Η ενεργή συμμετοχή της βουλής είναι προϋπόθεση του υγιούς δημοσίου διαλόγου· διαλόγου ενημερωμένου και κατατοπισμένου, που επικεντρώνεται στα συγκεκριμένα των πολιτικών ζητημάτων, στην ουσία των πραγμάτων, στις προεκτάσεις τους στη συλλογική ζωή, κι όχι στο τι κουσούρι έχει ο τάδε ή ο δείνα.

Ας ξεφύγουμε λοιπόν από τα μικροπολιτικά των προεδρικών εκλογών και να δούμε πως πραγματικά έχουν τα πράγματα στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.

Τι σημαίνει «λύση»

Το όποιο σχέδιο λύσης είναι στην ουσία μία πρόταση για την αλλαγή του συντάγματος. Το υπάρχον σύνταγμα δεν λειτουργεί όπως είχε αρχικά προβλεφθεί, ένεκα της μονομερούς αποχώρησης της τουρκικής κοινότητας από τις κρατικές δομές. Το σύνταγμα του 1960 ισχύει, διότι έχει επικρατήσει το δίκαιο της ανάγκης που επιτρέπει στο κράτος να υφίσταται παρά τις όποιες πρόνοιες απαιτούν τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων.

Οποιοδήποτε ενδεχόμενο σχέδιο θα δώσει τέλος σε αυτό το αδιέξοδο. Το κράτος θα δουλεύει όπως προβλέπει το πρωτογενές του δίκαιο. Κι αυτό συνεπάγεται νέο σύνταγμα.

Το δημοψήφισμα δεν είναι πάντα δημοκρατικό

Η πρακτική του παρελθόντος, όπως είδαμε με το Σχέδιο Ανάν, αλλά και η πρόθεση όλων των κυβερνήσεων από τότε είναι να θέσει ένα ενδεχόμενο σχέδιο σε δημοψήφισμα. Να αποφασίσει απευθείας ο λαός με ένα ξερό «ναι» ή «όχι». Κι εδώ ακριβώς διαπιστώνουμε την ολική παράκαμψη του κοινοβουλίου.

Παραδίδεται στον λαό ένα «μαύρο κουτί» με το δίλημμα «όλα ή τίποτα». Κι αυτό το θεωρούν ορισμένοι ως το αποκορύφωμα της δημοκρατίας. Διότι, σου λέει, ο λαός αποφασίζει. Παραμύθια! Δημοψηφίσματα σε τέτοια κεφαλαιώδη ζητήματα είναι ένδειξη ανευθυνότητας, δόλου, ή άλλων στρατηγημάτων. Ποτέ όμως δεν ενδυναμώνουν τον λαό να ασκήσει πραγματική κυριαρχία.

Το δημοψήφισμα είναι ένα είδος εκβιασμού, που μάλιστα συνοδεύεται με ρητορείες του τύπου «θα κλείσει ο φάκελος», «να μην μας επιρρίψουν ευθύνες» και τα σχετικά. Επίσης δεν επιτρέπει στους πολίτες να το τροποποιήσουν προτού το αποδεχτούν. Αν παράδειγμα δεν μας αρέσει ένα άρθρο από τα εκατό, τότε δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό. Δεν αλλάζει ούτε ένα γιώτα. Όλα ή τίποτα!

Οι νόμοι είναι δουλειά των βουλευτών

Αντί της πιεστικής πρακτικής του απευθείας δημοψηφίσματος, η βουλή πρέπει πρώτα να μελετήσει το προσχέδιο της λύσης. Οι βουλευτές πληρώνονται αδρά για να κάνουν αυτή τη δουλειά. Ας κάνουν λοιπόν το καθήκον τους. Να εξεταστεί το προσχέδιο λέξη προς λέξη, άρθρο προς άρθρο. Να κατατεθούν τροπολογίες. Να ενημερωθεί ο λαός για όλες τις λεπτομέρειες. Να παρέχονται οι σχετικές πληροφορίες από την ιστοσελίδα της βουλής. Και γενικά να διευρυνθεί ο δημόσιος διάλογος.

Μόνο το τελικό κείμενο που θα περάσει από το κοσκίνισμα της βουλής μπορεί να κατατεθεί στο λαό προς τελική έγκριση. Στο μεταξύ θα έχουν μάθει οι πολίτες τι ακριβώς προνοεί το νέο σύνταγμα. Θα έχουν ακούσει τις διάφορες απόψεις και θα έχουν σχηματίσει μια πιο σφαιρική άποψη. Μόνο τότε μπορεί το δημοψήφισμα να αποτελέσει έκφραση δημοκρατικής βούλησης.

Σκεπτικό για εφαρμογή της πολιτικής δεοντολογίας

Οι βουλευτές πρέπει να απαιτήσουν αυτή την αλλαγή μεθόδου. Δε πρόκειται να το κάνει κανένας από τους υποψηφίους προέδρους χωρίς πίεση από κάτω. Ας αναλάβει η βουλή την πρωτοβουλία για ενίσχυση της θεσμικής της θέσης.

Προς αυτή τη κατεύθυνση προτείνω τα εξής:

  • Οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό να αποσκοπούν σε μία συμφωνία πλαίσιο πάνω στην οποία η βουλή θα πρέπει να καταθέσει τις προτάσεις της, συμπεριλαμβανομένων και τροπολογιών επί των προνοιών του κειμένου. Δηλαδή οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν σε τελικό σχέδιο λύσης, αλλά σε προσχέδιο που πρέπει να εγκριθεί από το νομοθετικό σώμα.
  • Κάθε βουλευτής διατηρεί τα δικαιώματα του αξιώματος του. Μπορεί να καταθέσει τροπολογίες και να τοποθετηθεί επί των συγκεκριμένων του προσχεδίου.
  • Η βουλή είναι το μόνο σώμα που έχει τους κατάλληλους πόρους για μελέτη του προσχεδίου. Συγκεκριμένα, οι επιτροπές της βουλής πρέπει να εξετάσουν την κάθε πτυχή του θέματος. Για παράδειγμα, κεφαλαιώδη ζητήματα όπως η δημοσιονομική πολιτική (για την οποία δεν έχουμε ακούσει τίποτα συγκεκριμένο) πρέπει να περάσουν από την επιτροπή οικονομικών. Κι έτσι ο δημόσιος διάλογος δεν θα είναι γενικός και αόριστος, ούτε θα μένει σε ένα-δύο θέματα όπως το εδαφικό και το περιουσιακό.
  • Καθώς πρόκειται για προσχέδιο λύσης, θα υπάρχει ένα εύλογο χρονικό διάστημα προτού περάσει η διαδικασία στην επόμενη φάση της σύνταξης του τελικού κειμένου. Στο μεταξύ, η βουλή έχει δικαίωμα να λάβει συμβουλές από ανεξάρτητους ειδικούς. Για παράδειγμα, πως εκτιμάται η εναρμόνιση των κατεχομένων με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, ή σε τι κατάσταση βρίσκονται οι τράπεζες τους και τι θα γίνει σε περίπτωση που αυτές χρεοκοπήσουν στο άμεσο μέλλον με συνέπειες όπως αυτές της Λαϊκής. Μόνο με την εμπεριστατωμένη άποψη ειδικών μπορούν οι βουλευτές να έχουν σαφή εικόνα για τη βιωσιμότητα και ορθότητα του προσχεδίου. Και πάλι επωφελείται η κοινωνία καθώς τα ευρήματα αυτά θα τύχουν δημόσιας συζήτησης.
  • Το σύνταγμα είναι ο ύπατος νόμος. Ο νόμος που πλαισιώνει όλους τους άλλους. Ο νόμος που ρυθμίζει την ίδια τη θεσμική δομή του κράτους. Κι άρα ο νόμος που, μεταξύ άλλων, καθορίζει τις εξουσίες του κοινοβουλίου. Δεν πρέπει η βουλή να αφήσει ένα τόσο σημαντικό κείμενο να περάσει στο λαό χωρίς την έγκριση της, διότι έτσι επιτρέπει στην εκτελεστική εξουσία να διασαλεύσει έμμεσα τον διαχωρισμό των εξουσιών. Να πάρει εξουσίες από την υπάρχουσα βουλή και να τις δώσει αλλού.
  • Η βουλή πρέπει να εγκρίνει το προσχέδιο λύσης με ενισχυμένη πλειοψηφία. Πιο γενικά, κάθε ψηφοφορία που έχει να κάνει με την αλλαγή του συντάγματος, πρέπει να τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Συνεπώς, ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα θα πρέπει να διέπετε από αρχές επάρκειας, όπως για παράδειγμα ελάχιστη συμμετοχή 80% των ψηφοφόρων και ποσοστό αποδοχής 75% (τα ακριβή νούμερα να τα βρουν οι εκλογολόγοι).
  • Και τέλος κάτι που αφορά την ιστορική ευθύνη των ίδιων των βουλευτών. Οι διαβουλεύσεις της βουλής επί του προσχεδίου να τύχουν ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης. Μελετητές, ακαδημαϊκοί, και πολίτες θα έχουν έτσι τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τόσο το περιεχόμενο του προσχεδίου όσο και τις πραγματικές προθέσεις του κάθε βουλευτή. Τέλος στις δικαιολογίες του τύπου «εγώ ήθελα, αλλά ο λαός αποφάσισε άλλα».

Μη μένουμε στις προεδρικές

Το Κυπριακό είναι πρόβλημα δεκαετιών. Πρόεδροι υπήρξαν πολλοί, αλλά η μέθοδος παρέμεινε η ίδια. Καιρός λοιπόν να σκεφτούμε διαφορετικά.

Σε πρώτη φάση πρέπει να αναβαθμίσουμε τη βουλή ως αντίποδα στην εκτελεστική εξουσία και σε όποιες προθέσεις μπορεί να υπάρξουν για δημιουργία τετελεσμένων ή τεχνοκρατικής επιμεροποίησης και κατόπιν διευθέτησης του προβλήματος.

Θέλουμε πιο ισχυρό δήμο και πιο ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. Προϋπόθεση είναι μια βουλή δραστήρια και δυναμική· μια βουλή που διαμορφώνει τις εξελίξεις.

Αρχίζουμε με αυτά τα βασικά και σιγά-σιγά θα είμαστε έτοιμοι να αναθεωρήσουμε συλλήβδην την πολιτική για το Κυπριακό, αλλά και πιο γενικά τον τρόπο διακυβέρνησης του τόπου.